Γνωστική θέση τού Μηδενός – Έκτη ΔΙάσταση – Το ΕΝΑ ή ΑΠΟΛΥΤΟ

  1. Έκτη Διάσταση είναι μια άλλη ονομασία για το «Απόλυτο» ή «Θεός»· μόνο που αυτή η ονομασία υπογραμμίζει την σχέση του ανθρώπου με το απόλυτο, γιατί μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει να θεωρούμε το απόλυτο σαν κάτι ξένο που έπρεπε να το πλησιάσουμε, ακόμα και σαν κάτι εστερημένον συνειδήσεως!.
  2. Σαν έκτη Διάσταση τώρα, εννοείται ότι είναι μια κατάσταση της ανθρώπινης συνείδησης ή ακριβέστερα «Μετασυνείδησης» και σημαίνει πως ένας άνθρωπος ενώ μέχρι τώρα έβλεπε τον Κόσμο αγνοώντας την Υπέρτατη Αλήθεια, μπορεί πια να Τον βλέπει κάτω από ένα άλλο φως και μέσα από νέες δυνατότητες και επομένως με την αληθινή Του υπόσταση και μακρυά από κάθε πλάνη.
  3. Πρέπει τώρα να πω γιατί ωνόμασα την έκτη Διάσταση «Ένα». Η λέξη Ένα εδώ είναι κυριολεκτική και έχει να κάνη με τον μηχανισμό του Απολύτου, κάτι Μονό, Άδυο, η κατάργηση των «δύο», η κατάργηση της διττότητος.
  4. Η μεν κατάργηση της διττότητος είναι κάτι που πετυχαίνει αρκετά ένας αγωνιζόμενος για την Αλήθεια από νωρίτερα, όταν καταφέρνη να ενώση τις αντιθέσεις μέσα στη Ζωή και να γίνη σοφός, πλήν όμως και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σε λειτουργία «άκαυτο σκέπτεσθαι» το ότι υπάρχει ακόμα έστω και μια μόνο απορία ή μια σκιά, σημαίνει πως υπάρχει ακόμα και αιτία για να λειτουργή το σκέπτεσθαι και επομένως η διττότης ακόμα υφίσταται.
  5. Με την έννοια μεν της κατανόησης των πολλών αντιθέσεων μέσα στη Ζωή, έχει παύσει, αλλά – εξακολουθεί να υπάρχη με μόνη την έννοια ότι η σκέψη για να λειτουργήση απαιτεί σκεπτόμενο και αντικείμενο σκέψης… Επομένως το σκέπτεσθαι λειτουργεί πριν ακόμα να έχη ανακαλύψη και κατανοήση την βαθύτατη ρίζα του.
  6. Εδώ (έκτη διάσταση) πρόκειται για κατάργηση της διττότητας πέρα από εκείνα που αφορούν την ζωή εξωτερικά, αλλά αφορά την ίδια την ρίζα των πραγμάτων· δηλαδή παύει να λειτουργή το σκέπτεσθαι, όταν πάλι λειτουργή αργότερα, λειτουργή έχοντας επίγνωση κάθε αλήθειας ή πάντως δεν είναι το ίδιο πράγμα που ήταν πριν.
  7. Είναι ένα σκέπτεσθαι βουτηγμένο στην Αλήθεια και μετά βγαλμένο απ’ Αυτήν και στάζει ήδη τους χυμούς Της!. Οπότε και δεν είναι το ίδιο σκέπτεσθαι που ξέρουμε και που αγνοούσε την Αλήθεια, αλλά κάτι άλλο που τώρα ελέγχει τον εαυτό του, και επομένως δεν του διαφεύγει καθόλου η γέννηση της πλάνης μέσα στις Μορφές του.
  8. Ο Λόγος (πέμπτη Διάσταση) περιέχει το σύνολο της Διττότητος στις δύο πιο ριζικές και αρχικές μορφές της, αυτές που στέκονται αφορμή να γεννηθούν όλες οι υπόλοιπες. Αυτές οι δύο αρχετυπικές μορφές είναι η ίδια η θεμελιώδεις δυνατότητα του σκέπτεσθαι.. Η επαφή υποκειμένου και αντικειμένου, σκεπτόμενου και σκέψης, παρατηρητού και παρατηρούμενου, ο πρώτος και ουσιώδης διχασμός της Ολότητος.
  9. Γι’ αυτό ο Λόγος η αρχική αυτή Τριάδα, που αποτελείται από τα δύο αυτά στοιχεία και την μεταξύ τους Σχέση (Λόγον), όπως πρωτο- παρουσιάζονται στην οντολογική παράσταση, είναι ο Δημιουργός της Συνείδησης και άρα του Κόσμου·αφού Συνείδηση και Κόσμος, Νους και Παράσταση, είναι ένα και το αυτό.
  10. Αρχικά ως αγνή δυνατότης και έπειτα μετά την επιστροφή της Συνείδησης από την ταλαιπωρία της μέσα στα στάδια του πόνου και της γνώσης, αυτός που ωθούμενος απ’ την αποκτημένη πείρα ανακαλύπτει την αλήθεια του ίδιου του εαυτού, διαλύει την πλάνη του και αυτοφωτίζεται. Έτσι κι αυτός ακόμα ο Λόγος, σχετικά με τα «περιεχόμενα» ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, υποχωρεί με σεβασμό και παραδίδει την κυβέρνηση του ανθρώπου στον ίδιο τον Θεό, στο Ένα ή Απόλυτο, στο Όν. μόνο μετά απ’ αυτό είναι που μπορεί να ειπωθή το: «Ο Πατήρ και Εγώ εν εσμέν». Υπάρχουν πάντως περισσότερα επίπεδα βάθους σ’ αυτήν την Ένωση, ωστόσο και μόνο το πρώτο του υπερβατικού χώρου είναι αρκετό για την ολοκλήρωση του Ανθρώπου.
  11. Μείναμε λοιπόν με Ένα πράγμα όλο κι όλο, χωρίς υποκείμενο, χωρίς αντικείμενο, δίχως Χρόνο ή Χώρο και δίχως Σχέση, επειδή απουσιάζει το «άλλο», χωρίς μέγεθος ή διάρκεια και με μια αίσθηση αμετρική, προ πάντων χωρίς εαυτό μ’ όλη την σημασία της φράσης, γιατί κι αυτός προϋποθέτει δύο πράγματα, τον εαυτό και το άλλο που δεν είναι εαυτός, το δήθεν ξένο!
  12. Γι’ αυτήν αίσθηση της Ενικής Συνείδησης, άνθρωπος και συνείδηση, φαινόμενο και μη φαινόμενο, ψυχή και Σύμπαν, ορατό και αόρατο, είναι Ένα και μόνο Όν, το ίδιο πάντα, και γι’ αυτό ούτε καν Όν, μια και δεν υπάρχει τίποτα άλλο για να συγκριθή προς αυτό και να προσδιοριστή. Είναι απροσδιόριστο, απροσμέτρητο, πέραν συσχετίσεως.
  13. Απ’ το μικρό πράσινο σημειωματάριό μου με τίτλο «Αυτοεξάντληση», αντιγράφω μερικούς στίχου, που γράφηκαν ως προϊόν μεταφυσικού εμπειρισμού σε σχέση με τις υπερβατικές διαστάσεις στις 8-1-1968, και που μαρτυρούν την ακινησία των συνθηκών της πλάνης:
    «Ποτέ δεν γεννηθήκατε, είναι σφάλμα,
    Ποτέ δεν θα πεθάνετε γιατί δεν είναι γεννημένοι·
    Δεν υπήρξατε ποτέ, ούτε θα υπάρξετε κι ούτε
    θα αρχίση ή θα σταματήση ποτέ τίποτα για σας.
    Η γέννηση δεν είναι γέννηση!
    Ο θάνατος δεν είναι θάνατος!
    Δεν συμβαίνει τίποτα,
    σε κανέναν, πουθενά και ποτέ!»
  14. Το Ένα βλέποντας πως το κάθε πράγμα είναι σχετικό και εξαρτημένο, δηλαδή συστημικό, έχει την αξίωση να βλέπη όλα τα πράγματα σαν υποκειμενικά, ότι συμβαίνουν μέσα Του ή πάλι όλα τα πράγματα σαν «αντικειμενικά», ότι συμβαίνουν Εκεί, μαζί και ο βλέπων..
    Έτσι το αξίωμα είναι: Όλα είμαι Εγώ ή εξ ίσου, Όλα είναι Αυτό!
  15. Αυτή είναι η Ενική Αίσθηση. Κάθε τι που έρχεται μπροστά σ’ αυτήν την αίσθηση, σαν ιδιαίτερο πράγμα, ένας λαγός, ένα δέντρο, ένα φύσημα, ένα περπάτημα, σταματούν εμπρός στο Ενικό βλέμμα και καθρεφτίζουν αμέσως το καθολικό Όν που υπάρχει πίσω τους.
    Γι’ αυτό και παύει να τα βλέπη σαν τέτοια, γιατί από το μερικό οδηγείται αστραπιαία στο ολικό και τα πράγματα χάνουν την επίμονη ιδιαιτερότητά τους. Μέχρι που η αίσθηση παύει να είναι αίσθηση, γιατί ποιος ο αισθανόμενος;
  16. Δεν υπάρχουν συγκριτικά για τίποτα. Για κάθε τι που βλέπει κάποιος, επικρατεί διαρκώς η φράση: «Δεν είναι βουνό, αλλά Αυτό», «Δεν είναι άνθρωπος αλλά Αυτό», «δεν είναι τούτο ή εκείνο αλλά Αυτό πάντα». Το κάθε τι δεν είναι ό,τι είναι αλλά διαρκώς Αυτό και μόνο.
  17. Η απουσία της «γνωστικής βάσης» (βλέπε: «Χρονοχωρική Ανατομία, τεύχος 30), η αυθαιρεσία των χαρακτηρισμών, είναι όλα σχετικά κι αρχίζουν μ’ ένα Έστω! Ισχύουν όλα ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις μόνο και όχι πραγματικώς πραγματικά, σαν αλήθειες καθ’ εαυτές. Είναι αξίες σχετικές. . Έτσι που και η κίνηση δεν είναι κίνηση και η στάση δεν είναι στάση, αλλά πάντα Αυτό το Ίδιο, το Ένα πράγμα – Όν!
  18. Τι είναι κίνηση; Αν δω την κίνηση έξω από τα πλαίσια των αντιθέτων της, που κι αυτά είναι σχετικά, χάνει το νόημά της σαν κίνηση. Όπως εξήγησα στα εισαγωγικά της Πέμπτης Διάστασης, του Λόγου, αλλά και στην «Ανατομία της Αντίληψης» (τεύχος 26), αναπτύσσοντας την έννοια όχι μόνο της αντίθεσης αλλά και της «Αντιταυτότητας» μέσα στο σκέπτεσθαι: Παν τι μεμονωμένο αδιανόητον εστί, και δεν γίνεται νοητό παρά μόνο σε σχέση του προς τα άλλα.
  19. Η Ενική Συνείδηση έχοντας βαθειά και πλήρη επίγνωση αυτής της σχετικότητας, βλέπει πίσω από κάθε τι, αυτό το Ένα και Ίδιο πάντα πράγμα, το ανεπίδεκτο προσδιορισμού, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι Μόνο Του, ασύγκριτο, γιατί στερείται ενός Άλλου προς Το οποίο να σχετισθή και να προσδιοριστή ώστε να γίνη κτήμα της γνώσης. Γνωρίζει ότι η «Συνείδησή» Του, και οι παραστάσεις της, ο Κόσμος, συνιστούν μια απέραντη Ταυτολογία!..
  20. Η διττότης, εξ ης και ο Κόσμος, είναι γέννημα του Νου. Γι’ αυτό η γνώση που καταφέρνει να καταλάβη αυτή την Αλήθεια του Νου, ωθείται να Το αποκαλή Θαύμα και όχι Πραγματικότητα με την έννοια που την είχαμε συνηθίσει. Έτσι όταν λέω πως βλέπει πάντα Αυτό το Ένα και Ίδιο Όν, ένας που εισέδυσε σ’ Αυτό, εννοώ πως και την παραμικρή στιγμή της ζωής του αντικρύζει διαρκώς μπροστά του την Ολότητα, την Απόλυτη Ουσία, την Θεότητα.
  21. Θα κάνω τώρα μια σύγκριση – αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρωτόγονο άνθρωπο και την θεότητα. Ο πρωτόγονος άνθρωπος μοιάζοντας πολύ με ζώο δεν έχει κατορθώσει ακόμα να αποσπάση κάποια αξιόλογη αυτοσυνείδηση και γι’ αυτό ζη ανακατεμένος με το περιβάλλον. Αυτό σε ψυχολογική ορολογία του Carl Jung αναφέρεται σαν «participation mystique» δηλαδή μυστική συμμετοχή. Αντιθέτως στο εντελώς άλλο άκρο, ο άνθρωπος – θεότητα έχει ξαναπετύχει το ίδιο ακριβώς πράγμα, να είναι δηλαδή ενωμένος, ταυτισμένος με το περιβάλλον και μάλιστα όχι μόνο μ’ αυτό που βλέπει, αλλά με το Σύμπαν ολόκληρο, μόνο που εδώ συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτή η συμμετοχή – μέθεξη είναι συνειδητή (participation consciente).
  22. Ίσως πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος, σαν τέταρτο βασίλειο (ορυκτό, φυτικό, ζωϊκό, ανθρώπινο), είναι ζώο ατελές που βρίσκεται σε κατάσταση μετάβασης και γι’ αυτό ακαταστάλακτο. Επειδή δεν βρίσκεται ούτε στο ένα άκρο του ζώου, ούτε στο άλλο του Θεού, είναι διαρκώς σε προβληματισμό και σύγχιση. Ανάμεσα ακριβώς σ’ αυτές τις δυο θέσεις που ανέπτυξα πριν, του ανθρώπου –πρωτογόνου και του ανθρώπου – θεότητος, είναι που διαδραματίζεται η ανάπτυξη και η εξέλιξη της ανθρώπινης ψυχής. Απ’ την ασυνειδησία στην απόλυτη συνείδηση. Πρώτα μεν όπως είπα είναι εντελώς μεμειγμένος με το περιβάλλον, μη έχων αξιοσημείωτη αυτοσυνείδηση· αργότερα αποκτά αυτοσυνείδηση, αλλά αυτή η αυτοσυνείδησή του αρχίζει να ανακατεύεται μ’ αυτήν που είχε από ενόρμηση του ενστίκτου, και γι’ αυτό αρχίζει να διαπράττη πολλά σφάλματα και γκάφες από σύγχιση, τις οποίες και πληρώνει..
  23. Αναπτύσσεται διαρκώς μ’ αυτόν τον τρόπο, στην αρχή επικρατώντας περισσότερο το ένστικτο, και σιγά – σιγά ερχόμενος σε κάποια ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο και σε μια μεγάλη πάλη. Συμβολικά: Ηρακλής – Λέων Νεμέας). Αργότερα πάλι αρχίζει να επικρατεί περισσότερο η συνείδηση, μέχρις ότου να κρατήση ολοκληρωτικά και να πετύχη και πάλι την Ένωση και Ταύτιση με το Σύνολο που τώρα είναι πια είναι συνειδητή. Αυτά τα τρία στάδια ακριβώς περνάει η εξέλιξη του ανθρώπου: Από ασυνείδητος και τέλειος, περνά σε ενσυνείδητη ατέλεια και πάλι μετά σε μια ενσυνείδητη τελειότητα.. Το δε ένστικτο που είναι ασυνείδητη ενόρμηση, μετουσιώνεται σε έμπνευση, που ενσυνείδητη ενόρμηση. Η πρώτη ενόρμηση είναι υπό-συνειδητή, ενώ η δεύτερη υπέρ- συνειδητή. Πιο απλά: Ορμή κάτω απ’ την νόηση και ορμή και υπεράνω αυτής.

Η ΕΒΔΟΜΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
ΜΗΔΕ – ΕΝΑ, ΜΗΔΕΝ Ή ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ

  1. Μηδέν είναι η πλήρης διάλυση της ιδέας ότι η Συνείδηση έστω σαν και σαν Μονή, είναι πράγματι Συνείδηση και η αντίληψη του γεγονότος ότι αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα απ’ τα πολλά άλλα κοινά πράγματα. Π.χ. μπορεί κανείς να την παρομοιάζει μ’ ένα δέντρο, ένα ζώο, ένα βουνό κλπ. Δεν την αναγνωρίζει δηλαδή σαν κάτι το ιδιαίτερο και την χαρακτηρίζει και αυτήν ως εξ ίσου αβεβαίωτη και απροσδιόριστη σαν καθ’ αυτό πράγμα, όπως και όλα τα υπόλοιπα, σαν κάτι επίσης σχετικό. Όπου συνείδηση, πνεύμα κι ένα δέντρο δεν διαφέρουν σε τίποτα, παρά μόνο με υποθετική ….Αφού δηλαδή πη κάποιος το πρώτο «Έστω» και βάλη τάξη σε πράγματα. Γι’ αυτό και απουσιάζει η δυνατότης κάποιου στοιχείου που αντιλαμβάνεται ή παραδέχεται ότι υπάρχει κάποιος Κόσμος.
  2. Ακόμα η αντίληψη ότι η Συνείδηση, είναι επίσης ένα αντικείμενο εξ ίσου μυστηριώδες, απροσμέτρητο και ανεξερεύνητης υπόστασης και γι’ αυτό ούτε συμβαίνον ούτε μη συμβαίνον. Οπότε ουδέν σχόλιο χωρά περί του υπάρχειν και άρα το Ζήν είναι «ανεπίδεκτο ερωτήσεως». Δεν έχει απολύτως ανάγκη να είναι «κάτι», η Ζωή είναι απόλυτη, άχρονη, αμεγέθη, αμετρική και προηγείται κάθε ανάγκης για εξήγηση. Είναι ένα ξαφνικό, μια έκπληξη, ένα θαύμα, όπου η τεράστια ταλαιπωρία και ανάπτυξη της συνείδησης, δεν χρησιμεύει παρά για να δώση στο «Θαύμα», τη Ζωή, μια τεχνική δήθεν αυταίσθηση. Ότι δηλαδή η συνείδηση απαρτίζει απλώς μέρος του τεχνικού σκελετού της Ζωής, όπως το κλαρί είναι μέρος του δέντρου.
  3. Η Συνείδηση, μικρή ή μεγάλη, δεν αναπτύσσεται παρά για να φτάση να αντιληφθή ότι το συνειδέναι είναι πλάνη, ότι το να νομίζει κανείς ότι πραγματικά – πραγματικά έχει συνείδηση, είναι μια πλάνη· και είναι εντελώς διαφορετικό το να ξαναρχίση κάποιος να παίζη αυτό το δήθεν παιχνίδι του Ζην, έχοντας επίγνωση της αλήθειας αυτής. Τέλος αυτή η Μηδενική αίσθηση, είναι ένα ακαριαίο, συμπαγές και αιώνιο παρόν, με την έννοια ότι δεν κινείται καθόλου, ότι δεν ρέει καν στην πραγματικότητα (την δική Του), ότι είναι κάτι σαν δυναμική ή δημιουργική ακινησία.
  4. Άπαξ όμως και ειπωθή το πρώτο μεγάλο «Έστω», τότε όλα έχουν θέση και ορισμό βάσει του νόμου που απορρέει από το αρχικό Έστω(1). Αν ο πρώτος νόμος φαίνεται ίσως αυθαίρετος, όλοι οι παράγωγοι είναι ισχυροί από εκεί και κάτω. Τέλος και ο πρώτος νόμος (Λόγος – Συνείδηση) έρχεται σε ύπαρξη όχι αυθαίρετα, αλλά υπακούοντας σε άλλο νόμο αυθύπαρκτο και έμφυτο στην ουσία του Όντος, αυτόν της ανυπέρβλητης ορμέφυσής Του, μιας αδήριτης κι αναπόδραστης ανάγκης, που Το ενορμά αναγκαία να γεννά φως (Λόγον – Συνείδηση) (2). Αυτός ο προ – αρχικός νόμος της έμφυτου Ανάγκης, είναι του επιπέδου εσωτερικής Οντολογίας.
  5. Ώστε λοιπόν και η πλάνη είναι υποχρεωτικό μέρος του Είναι και άρα όχι ακριβώς πλάνη, μα μέρος ολικής λειτουργίας, και ώστε ακολουθεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του προσώπου της Ζωής., διαμορφώνοντας το ένα μέγα σκέλος ανάμεσα στην έσχατη και υπέρτατη Μεγαλοτριαδική Σχέση μεταξύ Σχετικού και Υπερβατικού, εκδηλωμένου και ανεκδήλωτου Είναι και της συνθετικής τους Σχέσης απ’ την οποία πηγάζει η τελική αίσθηση – άρωμα της Μηδενικής Συνείδησης του Όντος, αλλά και ενός θεοθέντος ή Οντοθέντος Ανθρώπου.
  6. Το μεν Ένα ή Απόλυτο μιλά για μια πλάνη που την «αποδοκιμάζει». Το Μηδέν δεν αναγνωρίζει ούτε πλάνη οιύτε Αλήθεια, καθώς δεν αναγνωρίζει και το Συμβαίνειν κανενός πράγματος. Το Ένα διαπιστώνει την απουσία των συγκριτικών δυνατοτήτων, πλην αναγνωρίζει ότι Κάτι συμβαίνει, έστω κι αν αυτό είναι μόνο Ένα! Το Μηδέν δεν αναγνωρίζει ούτε – ένα συμβαίνον (μηδέ- ένα), και προκύπτει απ’ την εφαρμογή της δυνατότητας της Ενικής Συνείδησης πάνω στον Εαυτό της τον Ίδιο, οπότε και αίρει εαυτήν γεννώντας έτσι το Μηδέν.
  7. Αυτή η ύπατη ένωση της μιας κίνησης (Μονοδόνητο) με την δυνατότητα – πλαίσιο του κινήσθαι της, είναι η ύψιστη συγκόλληση – σύντηξη της σειράς των αρνητικών εκρήξεων (3), που καταργεί και την Μονάδα, το Ενικό πεδίο και φτάνει στην απόλυτη και δυναμική Ακινησία (Αδόνητο) του Μηδενικού πεδίου, της πρώτης και πραγματικής αιτίας – μήτρας του Κόσμου Όλου.
  8. Μόνο μετά απ’ αυτά είναι μπορετό να λάβη πλήρη και πραγματική ερμηνεία το «ΩΜ Α ΜΙΤΑΓΙΑ» σούτρα του Σιντάρτα Γκωτάμ, ενός φωτισμένου του παρελθόντος , που λέει:
    «Υπέρτατον Αξεδιάλυτον»
    Μη μετράς με λέξεις το Απροσμέτρητο,
    Μη βυθίζεις την βολίδα της σκέψης στο απύθμενο!
    Μην ερωτάς, ο ερωτών σφάλλει.
    Μην απαντάς, και ο απαντών σφάλλει.
    Μη λέγε τίποτα…

                                                                                                                                                                                                                                                                            Ιανουάριος 1968

Σημειώσεις
Νυξ – Σπήλαιον – Φάνης (Λόγος- Συνείδηση)
Η Ανάγκη για Φως, αναλύεται στην «Οντολογική Δικαιολόγηση» και στην «Δικαιολόγηση της Κινητικής Αρχής», σε προηγούμενα κεφάλαιο του Βιβλίου «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ».
Διαδικασία που αναφέρεται στην «Οντολογική Δικαιολόγηση στο κεφάλαιο: «Πέμπτη Διάσταση» του αναφερθέντος βιβλίου «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΥ» του 1967-1968.