“Η Έννοια του Πραγματικού”
“Κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων”. Ηράκλειτος (απόσπ. 107)
- Όλες οι φιλοσοφικές μας αναζητήσεις στρέφονται προς το “πραγματικό” ή το “αληθινό”, όμως το ίδιο το πραγματικό, σαν κατηγόρημα, μπορεί να γίνη αντικείμενο έρευνας.
- Τι συνιστά την έννοια του “πραγματικού”? Άς δούμε πρώτα ωρισμένες συναρτήσεις του “πραγματικού”. Αυτή η έννοια συνοδεύεται πάντα από ένα ισχυρό ή πάντως αυξημένο αίσθημα βεβαιότητας. Τούτο πάλι πώς προκύπτει? Ριζώνει πάνω σ’ ωρισμένες απλές, πρώτες αισθητηριακές εμπειρίες σε συνδοιασμό με τους τύπους της νόησής μας και τις αρχές του λογικού.
- Π.χ. Κάποιος ζητάει τα κλειδιά του, πιστεύει πως πρέπει να βρίσκωνται σε μια ωρισμένη τσέπη., βάζει το χέρι του σ΄αυτήν την τσέπη και συναντά το κενό. Η αρχική του σκέψη ανατρέπεται και έτσι μαθαίνει πως όλες οι προτάσεις – υποδείξεις του νου του δεν επαληθεύονται κατ΄ανάγκη απ΄την εμπειρική του σχέση με τον κόσμο, που του φαίνεται εξωτερικός προς αυτόν.
- Σε δύο δεδομενες προτάσεις της σκέψης, ανταποκρίνονται δύο εναλλακτικές δυνατότητες. Λ.χ. α) Είναι το παιγνίδι μου στο ντουλάπι αυτό.? β) ή δεν είναι.? Δύο είναι επίσης οι δυνατές αποκρίσεις, την μία εκ των οποίων εντέλλεται να ανιχνεύση και βεβαιώση η εμπειρική διαδικασία των αισθήσεων. Εννοείται οτι η απόκριση είναι σε συνάρτηση προς την θέση του ερωτήματος και για τούτο συχνά είναι ερευνητέο και προηγείται σε σημασία, το άν μπορεί κάποιος να τοποθετήση ένα συγκεκριμμένο ερώτημα.
- Έτσι απ΄τη νηπιακή κι΄όλας ηλικία το αίσθημα της βεβαιότητας είναι κεντημένο μαζί μ΄αυτές τις εμπειρίες που ο κόσμος συχνά περικλείει στην λέξη “χειροπιαστό”, άλλωστε η αφή ήταν, που αρχικά εγγυήθηκε και την όραση.
- Όμως οι αισθήσεις δεν είναι πάντα αξιόπιστοι μάρτυρες του “πραγματικού” και το τελευταίο δεν είναι άσχετο προς τα μέσα με τα οποία ελέγχεται κι΄ ίσως ούτε ανεξάρτητο, πράγμα που θα ερευνήσουμε αργότερα.
- Λ.χ. ο Ήλιος παρουσιάζει στην όραση την εικόνα ό,τι αυτός στρέφει γύρω απ’ την Γή κάθε 24 ώρες. Μάρτυς είναι μόνο μία αίσθηση και χρειάστηκε ο Αρίσταρχος ο Σάμιος κι΄αργότερα ο Γαλιλαίος κι΄ο Κοπέρνικος (επαναλαμβάνοντες τον Αρίσταρχο) για να γίνη η σκέψη της ακινητοποίησης του Ήλιου, και η θέση σε κίνηση της Γής, αντίστροφα απ΄ την κοινή πεποίθηση, κι΄έτσι να ερευνηθούν τα αστρονομικά φαινόμενα κάτω απ΄το νέο αυτό πρίσμα και να κατανοηθούν.
- Ώστε το σύνολο του αισθητού δεν εξάγεται παθητικά απ΄τις αισθήσεις, δεν δίδεται έτοιμο απ΄αυτές κι΄ακόμα οι ίδιες οι αισθήσεις δεν είναι έτοιμες, αλλά είναι συνυφασμένες με τις αρχικές παραδοχές, τους τύπους της νόησής μας και τις κρίσεις που προηγήθηκαν, που συντρέχουν και που έπονται.
- Ο τελικός αισθητής είναι πάντα ο νούς (Νούς ορά και νούς ακούει) και ο παραμικρός διαφορισμός στην εσωτερική τάξη αυτού του τελικού αισθητού, έχει σαν αποτέλεσμα να προκύπτει ασυνέπεια στο όλο σύστημα συνείδησης. Κακώς χωρίζεται ο νούς απ΄τις αισθήσεις, γιατί ο νούς είναι οι αισθήσεις. Το λεγόμενον ότι: “ουδέν εν τη νοήσει ή μη πρότερον εν τη αισθήσει”, πρώτον δεν αληθεύει γιατί πολλά είναι στην νόηση δυνητικά πριν την προήγηση της αίσθησης, όπως οι αριθμοί ως έννοια, τα μαθηματικά, η λογική, όλες οι αρχέτυπες έννοιες ή άλλως οι κατά Πλάτωνα ιδέες (ουσιαστικά όπως: ισότης, δικαιοσύνη, ανδρεία, ευφροσύνη.. κλπ.)., δεύτερον γιατί κι’ αυτά που προηγούνται είναι μόνο κατά το εκπαιδευτικό σταδιο γλώσσας και άρα νόησης κι’ακόμα στοιχειώδους εμπειρίας συναισθήματος, που σε τελική ανάλυση σημαίνει ότι και αυτές οι εμπειρίες είναι συνθετικές a priori κρίσεις., τέλος η σκέψη έπεται μεν του αισθάνομαι χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν δύο πράγματα. Με οξύτερη παρατήρηση ωστόσο ούτε ότι έπεται η σκέψη μπορούμε να πούμε, γιατί δεν πιστεύω ότι θα αισθανόμαστε οτιδήποτε χωρίς την παρουσία της νόησης ως καταστάσεως – πεδίου (Ιδιότητος), γιατί απλά ο νούς είναι οι αισθήσεις, όπως προαναφέραμε.
- Εξ άλλου όπως έχω τονίση και αναπτύξη συχνά δια του λόγου στην “Σχολή Φιλοσοφίας του Όντος”, κατα τις παραδόσεις του Σαββάτου και συγκεκριμμένα στις 11-02-1978, το σκέπτομαι δεν είναι παρά “αισθάνομαι τα αισθήματά μου”, όπου αίσθησις είναι η λειτουργία, ο μηχανισμός – μέσο (οπτικός – ακουστικός κλπ.), αίσθημα είναι το προϊόν αυτής της λειτουργίας, συναίσθημα είναι η συλλογική εντύπωση από συνδυασμό αισθημάτων και τέλος η νόηση είναι θεώρηση-αίσθηση όλων αυτών των προϊόντων και εν συνεχεία επεξεργασία αυτών με βουλητική επέμβαση, σχεδιασμό και πειραματισμό, δηλ. δοκιμασία πολλών πιθανών συνδυασμών μη αμέσως προκυπτόντων απ’ τούς αισθητηριακούς μηχανισμούς.
- Η είσοδος, στην συνέχεια, νέων ανωτέρων της νοήσεως λειτουργιών στην σκηνή της συνείδησης, κατευθύνει το σύνολο αυτών τών απλών, σύνθετων και επεξεργασμένων εντυπώσεων προς το “Σημαίνειν” τους για την ανθρώπινη υπόσταση. Το τελευταίο τούτο είναι μια ζύμωση βάθους, υπαρξιακή, αξιλογική, είναι τέλος χειρισμοί αναγκαιότητας,
- Βέβαια εν όσω σκέπτομαι, συμβαίνουν διαρκώς διάφορα αισθήματα, όμως, ό,τι και άν αισθάνομαι, το σκέπτομαι λίγο μετά. Η σκέψη λοιπόν μπορεί να θεωρηθή σαν προέκταση του αισθάνομαι σ’ ένα πιό αφηρημένο επίπεδο, με λιγότερη “θερμοκρασία”, δηλ. διαφέρει από το αίσθημα κατά το βαθμο έντασης της εντύπωσης. Αυτό που αισθάνομαι με κυριαρχεί άμεσα, ενώ αυτό που σκέπτομαι έμμεσα, κι’ άν ακόμα η σκέψη εντείνει την κυριαρχία της επάνω μου, τούτο οφείλεται στο νέο αίσθημα που αυτή παράγει και που σαν αίσθημα είναι με την σειρά του άμεσο. Πραγματικά, όλα αυτά αποτελούν ενότητα., οι αισθήσεις είναι οι πλόκαμοι του νού, πρόκειται όμως πάντα για το ίδιο πράγμα, τον νού..!
- Η σκέψη πάλι μέσα στόν χρόνο, έχει σχέση με το παρελθόν, ενώ το αισθάνομαι, έχει πάντα την αμεσότητα του παρόντος. Το σκέπτομαι τέλος είναι τρόπος του υπάρχειν, πολύ περισσότερο αν ζώ μέσα στην σκέψη μου, αν μετέχω υπαρξιακά σ’ αυτήν, αν αισθάνομαι την σκέψη μου και ζώ μέσα σ’ αυτήν την ένταση, όντας η πάσχουσα αγωνία μέσα σ’ όλα αυτά, η οντότης που αναγκαία αναζητεί την αυτοσυνείδησή της, που πρέπει να υπάρξη συνειδητά, γιατί έτσι αισθάνεται πληρότητα, γιατί αλλιώς πάσχει έλλειψιν ακεραιότητας.
- Αυτή η συμμετοχή (μέθεξη) της υπόστασής μας μέσα στην σκέψη μας, που μόνη αυτή εγγυάται την μεταμόρφωσή μας, την ανάπτυξή μας,αυτή η άμεση βίωση της σκέψης μας, που έτσι τώρα γίνεται στοχασμός, εξασφαλίζεται μόνο με την αποδοχή της Αγωνίας σαν θετικού τρόπου ζωής. Τούτη η Αγωνία που είναι άλλο από άγχος ή απλές ανησυχίες, που έρχεται από τάξη οντολογικής βαθύτητας, εκφράζει την καθοδηγητική δύναμη, την πίεση της αναγκαιότητας του όντος μας, και γίνεται ο μόνος αληθινός Δάσκαλος.
- Έτσι ο στοχασμός που είναι αυτή η ένταση, δεν είναι πιά σκέψη-νόηση μόνο, αλλά γίνεται όραση, οράν, δηλ. μια νέα αίσθηση με την ίδια αμεσότητα όπως οι άλλες, αλλά με μια νέα διάσταση μέσα της, την διάσταση του βάθους.
- Τότε ο άνθρωπος γίνεται Στοχαστής, Φιλόσοφος, γιατί τώρα δεν πιθηκίζει στην βαβυλωνία της ταξινόμησης των πληροφοριών, γιατι τώρα πιά βλέπει ό,τι σκοπεύει, γιατί εισβάλλει στα προβλήματα μ’ όλη την δύναμη της βίωσής του και με την αμεσότητα που πάντα την χαρακτηρίζει. Ο άνθρωπος αυτού του είδους είναι ο ένοικος της διάστασης της έμπνευσης, του ασύνορου κόσμου τών ελλάμψεων, των ενοράσεων και των καλών τεχνών., μπορεί να είναι ένας δημιουργός της επιστήμης ή ένας ποιητής των πιό μυστικών παθών. Σε τούτα μόνη η ανάγκη αποφασίζει.
- Για τον Φιλόσοφο – ιδιότητα που δεν μεταφέρεται μα που γεννιέται ή αποκαλύπτεται σε μερικούς από εμάς – είναι αναγκαιότητα δικιά του, να μή σταθή σε τούτο ή εκείνο, μα να εξαντλήση συστηματικά όλα όσα είναι εντός του, ένα ¨εντός΄΄ που τα πιστευόμενα όριά του ξεθωριάζουν και ξεπερνούν κατά πολύ τον άνθρωπο ή ό,τι ο άνθρωπος νόμιζε πως είναι.
- Αλλά για να επιστρέψουμε στις αισθήσεις και την ενότητα των διάφορων διαστάσεων του νού, ας θυμηθούμε πως έχουμε τόσο νοητικά αισθήματα όσο και αισθαντικές σκέψεις.
- Έτσι ο δρόμος των αισθήσεων είναι η ληπτική (receptive), αισθητική πλευρά του νού, η παθητική του, ενώ αυτό που λέμε σκέψη είναι η επεξεργαστική (elaborative), η ενεργητική πλευρά του ίδιου νού.
- Είπαμε πως ο νούς είναι οι αισθήσεις, γι΄αυτό μπορεί εν συνεχεία να ¨αισθάνεται τα αισθήματά του΄΄. ΄Αν στον νού δεν ανήκε το σύνολο της δυνατότητας της αισθητικότητας, τότε με ποιό τρόπο θα αισθανόταν τα αισθήματά του ή και πιό κάτω τις αισθήσεις., η αισθητικότης είναι μιά ιδιότητα του νού διάχυτη σε όλες τις διαστάσεις.
- Είναι φανερό πως υπάρχουν συνδέσεις (αίσθηση-αίσθημα, αίσθημα-επ-αίσθημα, που είναι η σκέψη), όμως αυτό δεν σημαίνει ότι συνιστά κεχωρισμένες λειτουργίες, αλλά μάλλον ότι πρόκειται για διαστασιακές διαφορίσεις της μιας και ίδιας πάντα νοητικής λειτουργίας, με την παθητική και την ενεργητική έννοιά της όπως αναφέραμε. Μάλιστα είναι ίσως σωστότερο να πούμε ότι ο νούς είναι μια ιδιότητα του αισθάνομαι (επέκταση), παρά το αντίστροφο, μια και ο νούς όπως είδαμε είναι μια επ-αισθητική λειτουργία με περαιτέρω ενεργητικές (βουλητικές) δυνατότητες. Το «θέλω», εξ άλλου είναι κι αυτό αίσθημα σε τελευταία ανάλυση
- Αν πάλι οι λειτουργίες (αίσθηση – αίσθημα – σκέψη), ήσαν εντελώς ανεξάρτητες, θα μπορούσαν να αναφέρουν η μια στην άλλη μόνο ό,τι αυτές επιθυμούν, πράγμα που δεν συμβαίνει γιατί υπάρχει πλήρης επικοινωνία, άσχετα απ’ τις τυχόν απωθήσεις που γίνονται εκ των υστέρων, αδιακρίτως χρονικού διαστήματος, προς το υποσυνείδητο τμήμα του ψυχικού μηχανισμού.
- Παραμένουμε λοιπόν στο ότι έχουμε απλώς διαστασιακές διαφορίσεις μιάς και μόνης αισθαντικής λειτουργίας που στην ουσία της είναι υπαρξιακή. Ακόμα περισσότερο αυτή η αισθαντικότης, το φαίνεσθαι γενικά, η πρόβαση, η εκδήλωση, έκσταση (εξ ίστημι), δεν έχει καμμιά απόσταση απ’ την ύπαρξη (existence).
- Έχω άλλοτε μιλήσει στην αναφερθείσα Σχολή Φιλοσοφίας ότι υπάρχει και επί-σκέψη, δηλαδή σκέψη της σκέψης, αίσθηση της σκέψης, που είναι επίγνωση, μια μορφή πιο αφηρημένη απ’ την σκέψη, με την ίδια έννοια που ο ατμός είναι απ’ το νερό και κατά μείζονα λόγο απ’ τον πάγο. Υπάρχουν ακόμα και πιο αφηρημένες καταστάσεις, ιδιότητες και δυνατότητες αλλά δεν είναι αναγκαίο να θιγούν ως προς το θέμα μας.
- Ώστε, όπως είδαμε με το παράδειγμα του Ήλιου, οι αισθήσεις δεν είναι αξιόπιστοι μάρτυρες του πραγματικού, δεν είχαν προμηθεύσει τον νού με το αίσθημα ότι μπορεί να συμβαίνη το αντίθετο ή πάντως δεν του το έδιδαν έτοιμο. Εκτός λοιπόν του ότι χρειάζεται πλήρης συνδυασμός όλων των αισθήσεων, που κι αυτές μόνες ή στο σύνολό τους μπορεί να εξαπατηθούν, βλέπουμε ότι χρειάζεται και συνδυασμός κρίσεων κι όχι μόνο αισθήσεων. Μπαίνοντας όμως στον χώρο των κρίσεων βλέπουμε ότι μπορούμε να φέρουμε το ίδιο το πραγματικό, σαν κατηγόρημα που αποδίδουμε σε φαινόμενα, κάτω απ’ την κρίση μας σαν έννοια και να το αμφισβητήσουμε, να δούμε τι σημαίνει, ή τέλος πάντων πόσο πραγματικό είναι το πραγματικό.
- Συχνά όταν μιλάμε για ένα αντικείμενο, το λέμε, πραγματικό, θεωρούμε ότι υπάρχει εκεί, κι ότι είναι εξωτερικό από μας. Κατ’ αρχήν η δήλωση αυτή είναι λάθος. Το αντικείμενο φαίνεται σε απόσταση από το σώμα μας, είναι εξωτερικό ως προς εμάς στο σύνολο. Αυτό το εμάς, μαζί με το σώμα, συμβαίνει μόνο στην περίπτωση που μια συνείδηση συνταυτίζεται με το σώμα. Αυτή η συνταύτιση δεν προκύπτει υποχρεωτικά απ’ ό,τι προσπίπτει στις αισθήσεις. Η συνείδηση μπορεί να βρίσκεται σε συσχέτιση με το σώμα όχι σε ταύτιση. Ο συνταυτισμός είναι μια κρίση αυθαίρετη, προϊόν της συνήθειας.
- Ώστε κατ’ αρχήν τα πράγματα έχουν αντικειμενικότητα (έξω από μας) μόνο ως προς το σώμα, δηλ. όταν η συνείδηση παρατηρή απ’ την γωνία ενός ωρισμένου σώματος. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι το αντικείμενο είναι εξωτερικό και ως προς την σκέψη, γιατί άλλο το σκέπτεσθαι κι άλλο το σώμα μου.
- Τώρα δεν έχω παρά να αναφερθώ σ’ αυτά που σημειώθηκαν στις παραδόσεις μέσα στην Σχολή και ειδικά σ’ εκείνη της 11-2-78 με τίτλο «Σκέψη και Κόσμος». Τότε σημειώσαμε ότι δεν υπάρχει Σκέψη χωριστή από τον Κόσμο, κι ότι ούτε η σκέψη ανήκει στον σκεπτόμενο, ώστε να μπορεί να θεωρεί τα άλλα πράγματα εξωτερικά απ’ αυτήν.
- Την σκέψη συνιστούν δύο σκέλη: Ο λήπτης της παραστάσεως και η παράσταση. Η σκέψη είναι δλδ. πάντα σε σχέση με κάτι ή μιαν άλλη σκέψη, η σκέψη είναι η ίδια η σχέση, δεν ανήκει μόνο στον σκεπτόμενο αλλά και στο αντικείμενο. Ο Κόσμος λοιπόν είναι σκέψη και η Σκέψη είναι κόσμος. Η Σκέψη εξαρτάται από το Σύμπαν των παραστάσεων, δεν είναι άλλο παρά τα πράγματα και τα πράγματα φυσικά είναι σκέψη. Το Σκέπτεσθαι είναι μια θεμελιώδης δυνατότητα του ΕΙΝΑΙ, είναι μέρος της αυτοσχέσης του, και θα παράγεται υποχρεωτικά από το ΕΙΝΑΙ πάντοτε. Αυτά τα τελευταία όμως πρέπει να εξηγηθούν μιαν άλλη φορά. Κόσμος και Σκέψη αποτελούν μια ταυτότητα ουσιαστική, ένα σύστημα. Ας θυμόμαστε την τελευταία δήλωση κι ας πάμε παρακάτω.
- Η ομοιογένεια σ’ ένα σύστημα είναι απαραίτητος όρος για το ισχυρό αίσθημα βεβαιότητας, π.χ. το χέρι μου που είναι στερεό-σωματικό, πιάνει ένα δέντρο που επίσης είναι στερεό-σωματικό μια και το χέρι μου δεν μπορεί να περάση από μέσα του (πάλι χειροπιαστό), και αυτό μου δίνει ένα δυνατό αίσθημα ότι το δέντρο είναι «πραγματικό», όμως πραγματικό σε συνάρτηση με το σώμα μου· όχι το ίδιο πραγματικό για τη σκέψη μου.
- Σε εμπειριστατωμένα πειράματα τηλεπάθειας η σκέψη – μήνυμα που μεταδίδεται και επικοινωνείται, δεν επηρεάζεται είτε από την απόσταση, είτε από τις τυχόν αντιστάσεις τύπου δέντρο – κτίριο, κλπ. Πολύ λιγότερο μάλιστα απ’ όσο θα επηρεάζοντο από τα ραδιοκύματα ή χειρότερα τα τηλεοπτικά κύματα. Ένα δέντρο και μια σκέψη δεν ανήκουν σε ομοιογενή συστήματα αναφοράς, γι’ αυτό για τη σκέψη (μολονότι η τελευταία δεν είναι κατ’ ανάγκην απτά αισθητή), παρά ένα δέντρο, το οποίο διαπερνά σαν να μην ήταν καν εκεί.
- Οι ίδιοι όροι ομοιογένειας θα ίσχυαν αν βρισκόμασταν σ’ ένα μακρύ όνειρο σε μια πολιτεία ονειρική. Όσα θα μας συνέβαιναν εκεί θα ήσαν αναλόγως πραγματικά μέσα στο σύστημα του ονείρου και απλώς όνειρα για το σύστημα του ξύπνιου. Εξίσου απίστευτα θα ήσαν τα όσα θα ισχυρίζονταν ίσως μερικά πρόσωπα της ονειρικής πολιτείας για το ότι δήθεν υπάρχει κάποιος «άλλος» κόσμος, των «ξυπνητών», που τάχα εκεί πεθαίνουμε για το ονειρικό σύστημα. Τέτοιοι ισχυρισμοί θα εθεωρούντο ίσως αιρετικοί, σκοταδιστικοί, ή πάντως θεωρίες εξωφρενικές και αβάσιμες – και πολύ σωστά μέχρις ότου να βρισκόντουσαν κοινά σημεία αναφοράς.
- Τώρα θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν είναι δυνατό να υπάρχη πραγματικό από μόνο του (AN SICH) παρά μόνο σε αναφορά μ’ ένα σύστημα ομοιογενές προς αυτό το πραγματικό. Με την ίδια έννοια μπορούμε να πούμε ότι το κάθε τι αξιώνει πραγματικότητα, της ίδιας ποιότητας, αν αναφερθή προς το σύστημα στο οποίο ανήκει από πλευράς ομοιογένειας συνθηκών (π.χ. τόπος, χρόνος, ταχύτητα, επίπεδο πυκνότητας, μεγέθη, παρατηρητής κλπ.) ήτοι μόνο σε σχέση με ακριβώς προσδιωρισμένες συναρτήσεις, με μια φράση «το πραγματικό είναι σχετικό και δεν υπάρχει πραγματικό καθ’ εαυτό».
- Η απάντηση στην ερώτηση του Πιλάτου για το ποια είναι η αλήθεια, είναι μια άλλη ερώτηση: «Η αλήθεια εν σχέσει με τι;» Τότε μπορούμε να του δώσουμε πολύ συγκεκριμένη απάντηση σε οποιαδήποτε αναφορά του. Αν εννοούσε τη Γενική Αλήθεια θα του εξηγούσαμε τότε οντολογικώς για το ΕΙΝΑΙ και τους ΤΡΟΠΟΥΣ ΤΟΥ.
- Το σώμα λοιπόν είναι ένα τρανζίστορ που εκφράζει και αναμεταδίδει το Σκέπτεσθαι μ’ ένα ειδικό τρόπο, σύμφωνο με τις βιολογικές ιδιοτροπίες του.
- Η σχέση ανάμεσα στο Σκέπτεσθαι – Λόγος, σε παγκόσμια κλίμακα, και στον ειδικό τρόπο ενός ανθρώπου, είναι ό,τι συνιστά την υπόσταση – ύπαρξη αυτού του ανθρώπου. Η σχέση ανάμεσα σ’ αυτήν την υπόσταση και τον μεγαλύτερο εαυτό της που είναι ο Κόσμος – Σκέπτεσθαι, είναι στη συνέχεια η Συνείδηση της ύπαρξης αυτού του ανθρώπου.
- Όταν συνειδητοποιήση – βιώση μέσα του ολόκληρη αυτήν την τεράστια Συνάρτηση, τότε Λόγος – Κόσμος και υπόσταση γίνονται ένα, και η υπόσταση του ανθρώπου δεν χωρίζει πια εαυτήν από το Σκέπτεσθαι – Κόσμος της παγκόσμιας κλίμακας, και διατηρεί μόνο μια απλή ευθύνη για το ιδιαίτερο σώμα πάνω στο οποίο πραγματοποιήθηκε αυτή η μοναδική συνειδητοποίηση, χωρίς αυτό να μετριάζη την φροντίδα της για τα άλλα, στο μέτρο βέβαια που τα άλλα της το επιτρέπουν.
- Όσο για τη σχέση της ατομικής προς την παγκόσμια κλίμακα, δηλώνω πως τα μεγέθη είναι και πάλι σχετικά κι όχι πραγματικά και εξ άλλου η αναφερθείσα ταύτιση της υπόστασης με την αρχική της κλίμακα μετά την συνειδητή επιστροφή της, είναι ταύτιση ποιοτική κι όχι ποσοτική. Η ανάλυση του Χωροχρονικού ζητήματος θα διέλυε και αυτές τις απορίες, όμως δεν το επιτρέπει ο χώρος αυτού του άρθρου.
- Όσο για τον «ειδικό τρόπο» ενός ανθρώπου, αυτός συνιστά το απλό «εγώ» του, πράγμα πολύ εξωτερικότερο απ’ την υπόσταση. Τώρα και η υπόσταση δεν αντλεί πλήρως την «ζωή» της από την ειδική σχέση Λόγου και ειδικού τρόπου του ανθρώπου, που της δίνει όπως είπαμε την θεμελιώδη ιδιαιτερότητα της όχι μόνο απ’ αυτήν, αλλά κι από κάτι άλλο, απ’ την σχέση της με το ΕΙΝΑΙ δια μέσου του Λόγου.
- Αυτό το ΕΙΝΑΙ είναι υπερβατικό, υπερβαίνει το σύνολο της δυνατότητας του Συνειδέναι – Λόγου ως τοιούτου. Η τελευταία αυτή σχέση δηλώνω προκαταβολικά, μας οδηγεί αναπόφευκτα στο ότι τελικά υπάρχει μόνο μια Υπόσταση και αναρίθμητοι τρόποι εκδήλωσης της και όχι πολλές υποστάσεις όπως εσφαλμένα θεωρείται.
- Αλλά αυτού του είδους τις σχέσεις και αποδείξεις που αφορούν το Ερώτημα περί του Είναι και που έχω επανειλημμένα εισηγηθεί σε ομιλίες μου στην «Σχολή Φιλοσοφίας του Όντος» στην Αθήνα, επί ένα έτος ήδη, θα μου επιτρέψετε να αναβάλω για μια άλλη σχετική ευκαιρία, ή απ’ ευθείας στο βιβλίο μου «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ» που θα δημοσιευθή.
- Όσο για τη σχέση της σκέψης με το παρελθόν δεν έχουμε παρά να δούμε ότι κάθε σκέψη «δικιά μας» είναι ένα σταμάτημα απ’ την αδιάκοπη ροή του Αισθάνεσθαι δηλ. ένα στιγμιότυπο.
- Αν τώρα σκεφτούμε ένα κλήμα με την καταβολάδα του και πούμε ότι το κλήμα έχει νου και βλέπει την καταβολάδα θα του φαινόταν αντικειμενική και πραγματική ενώ στην ουσία ήταν μέρος του εαυτού του.
- Παρόμοια αφού είδαμε ότι Σκέψη και Κόσμος είναι ένα πράγμα (σύστημα), κάθε βεβαίωση της σκέψης για την πραγματικότητα καθ’ εαυτήν ενός πράγματος είναι μάταιη γιατί είναι αυτοκαταφατική, δηλ. μια ταυτολογία, με την ίδια έννοια της παροιμίας «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει». Μπορούμε μόνο να προσδιορίσουμε τις σχέσεις ενός πράγματος μ’ όλα τα άλλα που μαζί τους αποτελεί, έναν, ενιαίον, και μόνον «οργανισμόν», και όχι να εισαγάγουμε την πραγματικότητα του, πράγμα που τελικά μένει ένα επίθετο χωρίς νόημα.
- Κατ’ Αρχήν Πραγματικό, δεν υφίσταται. Το τίποτα είναι συνάρτηση του κάτι, και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή σαν μέσο πρσδιορισμού της απόλυτης αντικειμενικής πραγματικότητας. Τίποτε και Κάτι, είναι το ίδιο υπαρκτά, όσο το ζεύγος «Ύπαρξη – Ανυπαρξία», και σαν αρνητικοί και θετικοί προσδιορισμοί μέσα στο Σκέπτεσθαι – Λόγος ή Παγκόσμιον Συνειδέναι, κάτι σαν πρακτικότατα για τα Μαθηματικά: Σύν και Πλήν.
- Έτσι λοιπόν: Περιέχουμε το Σύμπαν πιο πολύ απ’ ότι Αυτό περιέχει εμάς. Αν συνταυτιστούμε με το σώμα μας, τότε το Σύμπαν μας περιέχει, αν όμως δεχθούμε ότι είμαστε ουσιαστικά σκέψη, γιατί αυτή είναι η φωνή αυτού του «αισθάνομαι» μέσα μας που μας λέει πως υπάρχουμε – γιατί χωρίς αυτήν δεν υφιστάμεθα σαν υπόσταση ανθρώπινη- αν λοιπόν δεχθούμε το δεύτερο, τότε εμείς η Σκέψη, περιέχουμε το Σύμπαν.
- Υ.Γ. 1. Συμπέρασμα: Η βεβαιότητα χρειάζεται δυο πράγματα, σα φώς κεχωρισμένα και εντελώς ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και κάτι τέτοιο δεν είναι δεδομένο πουθενά στο Σύμπαν, γιατί η Συνείδηση δεν υπάρχει παρά με τα πράγματα, και εξ αιτίας αυτών, και ορθότερα η Συνείδηση είναι τα πράγματα. Κι αν ακόμα κάτι τέτοιο (Χωριστό πράγμα) «υπήρχε» δεν θα το ξέραμε κι ούτε θα το μαθαίναμε ποτέ. Κι αυτές όμως οι σκέψεις γίνονται μέσα στην Συνείδηση όχι έξω απ’ αυτήν. Το έξω βρίσκεται επίσης μέσα, μόνο μέσα υπάρχει, το Σύμπαν είναι Έσω-συμπαντικό. Ο Τρόπος του ΕΙΝΑΙ, που είναι ο Εαυτός Του, είναι κυκλικός, και υπάρχει μόνο Ένα Όν, έτσι κάθε μορφή βεβαιότητας είναι εις τελευταίαν ανάλυσιν, Αυτοεισαγωγική, Αυτοβεβαιωτική, Αυτοκαταφατική, ένας κυκλικός λογισμός και δεν γίνεται να δοθεί «έξω» απ’ Αυτό, γιατί είναι Μόνο Του, και γι’ αυτό ούτε καν Μόνο Του (έννοια του Μηδενός).
- ΥΓ. 2. Υπάρχει κάτι που είναι ανάμεσα στην Σκέψη που ταξινομεί, και στην Σκέψη που βλέπει, που έγινε Όραση. Αυτό το ενδιάμεσο εξελικτικό στάδιο για τον Άνθρωπο, είναι η αφηρημένη σκέψη, γιατί στην αφαίρεση αρχίζει κανείς και βιώνει, μετέχει υπαρξιακά στην αναζήτηση.
Αθήνα 20-3-1978
Διόρθωση:
Στο δοκίμιό μου <<Λόγος περί θανάτου>>, τής έκδοσης Μαίου-Ιουνίου (Νο 19(: παρ. 40 (τελευταία φράση):
<<Αφού δεν γεννήθηκες σε κάτι που αρχίζει και τελειώνει>>. Λείπει το <<δεν>> και προκαλεί αντίφαση.
Υπάρχει επίσης στο κείμενο αλλαγή γένους ονομάτων σε δύο περιπτώσεις: παρ. 35, <<ο Ήλιος>> και παρ. 74 (4η σειρά) περισσότερη αλήθεια.
