“Οι Δύο Αρχές”

ΟΙ ΔΥΟ ΑΡΧΕΣ

(Απόσπασμα απ’το βιβλίο “Είναι & Τρόπος”)

… Και εκ πάντων εν και εξ’ ενός πάντα….” Ηράκλειτος (Δ.10)

1. Νομίζω πως πριν αναφερθώ στις διαστάσεις πρέπει να μιλήσω για “Δύο αρχές”, την Γνωσιολογική και την Αισθαντική, που προσωπικά μου χρησίμεψαν σαν μια σχηματική διάταξη τού υλικού που περιέχεται στον άνθρωπο – υλικού αισθητικού, ψυχολογικού, διανοητικού ή ακόμα πιο αφηρημένου και ασυνείδητου, που έρχεται στη συνείδηση με την έρευνα τού εαυτού και το ξεδίπλωμα της σκέψης.

2. Φυσικά δεν έχω την απαίτηση οι δύο αρχές να θεωρηθούν τόσο σαν κάτι αντικειμενικό, όσο σαν κάτι βολικό που διευκολύνει στη μεθόδευση της σκέψης όπως και πολλά άλλα παρόμοια σχήματα. Και τούτο γιατί η νόηση πιέζεται, προκειμένου να βάλη σε τάξη ένα τόσο πολύπλοκο και γεμάτο ερωτήματα Κόσμο, να απλοποιή τις εμπειρίες της σε συμβολικές κατηγορίες και γενικεύσεις, έτσι που να αποκτά όλο και περισσότερη ευχέρεια και ταχύτητα.

3. Αυτό σημαίνει πως όταν μια ολόκληρη σειρά συλλογισμών απλοποιηθή και συμπιεστή τελικά σ’ένα αντιπροσωπευτικό σύμβολο – λέξη, όλη η δεσμευμένη στη σειρά αυτή νοητική ενέργεια αποδεσμεύεται και είναι ελεύθερη να χρησιμοποιηθή σε οποιαδήποτε άλλη κατεύθυνση. Γι’αυτό λέω ότι κερδίζουμε έτσι χρόνο και ενεργητικότητα, πράγμα απαραίτητο όταν καταπιανόμαστε με μια μεγάλη έρευνα και πρέπει να καταλήξουμε κάπου στο μικρό διάστημα που διαρκεί η ζωή μας. Πόσο μάλλον προκειμένου για το νήμα της Ζωής, όταν κανείς πρέπει να το βρη και να φτιάξη τη ζωή του σύμφωνα μ’αυτό όσο γίνεται νωρίτερα.

4. Έπειτα πάλι όταν κανείς ασχολείται με την ανάπτυξη και κατανόηση της Γνώσης, είναι αδύνατο να ξεφύγη την ταξινόμηση, απλά και μόνο γιατί η Γνώση είναι η ίδια η φύση της ταξινόμησης. Δηλαδή ένας μετασχηματισμός, μια αναλυτική διάταξη της συγχυσμένης και συνολικής αίσθησης που έχουμε τού Κόσμου κατά τρόπο που να ταιριάζη στους κώδικες και τις έμφυτες ή επίκτητες προδιαθέσεις της νοητικής μας λειτουργίας.

5. Πάντως τα οποιαδήποτε ταξινομητικά σχήματα δεν είναι κάτι ιδιαίτερα κακό, όταν μάλιστα σκεφτή κανείς πως ό,τι προέρχεται απ’ τη νόηση δεν είναι ποτέ κάτι απόλυτα αληθινό, αλλά μόνο κάτι σαν μαθηματικό μοντέλο που ό,τι ζητά κανείς σ’ αυτό είναι η αυτοσυνέπεια, μάλλον, παρά η όποια τυχόν σχέση του με την αντικειμενική πραγματικότητα. Όσο για την αντικειμενική πραγματικότητα, αυτή είναι καλλίτερα ν’ αφίνεται στη δοκιμασία τού χρόνου που τελικά κοσκινίζει όλες τις ιδέες κι αφίνει να περνούν μόνο οι “πραγματικές”.

6. Εδώ πάλι θίγω τη λέξη πραγματικότητα, εννοώ μόνο σχετικές και πρακτικές για τον άνθρωπο ενδείξεις, γιατί εν τέλει πολύ αμφιβάλλω αν η ίδια η έννοια της αντικειμενικής πραγματικότητας είναι κάτι που μπορεί να κριθή με λογική επάρκεια και να αποδειχθή ανθεκτική ως το τέλος.

7. Μια αλήθεια αντικειμενική θάπρεπε νάχη μια ύπαρξη ολότελα ανεξάρτητη και να αληθεύη από μόνο της, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση αποκλείεται ν’ αποτελή αντικείμενο της ανθρώπινης γνώσης και είναι τελικά αδύνατον, γιατί όλα, αισθητά και νοητά, εμπίπτουν στη σφαίρα της ανθρώπινης συνείδησης και δεν είναι ποτέ ανεξάρτητα απ’ αυτή τη συνείδηση και τις ιδιότητές της. Μ’ αυτό δε θέλω να πω πως ο Ήλιος δεν υπάρχει χωρίς την συνείδησή μου, αλλά σίγουρα και χωρίς την παραμικρή συνείδηση – δικιά μου ή άλλου – δεν υπάρχει για τη Συνείδηση και με την έννοια που υπάρχει μέσα σ’ αυτήν. Ακόμα καλλίτερα: “Έξω από το Συνειδέναι – Λόγος δεν υπάρχει τίποτα, ούτε η έννοια “Έξω” γιατί Αυτός είναι η μήτρα – θεμέλιο όλων των υπαρκτών (υπό την Αρχή). “Πέρα” Αυτού, μόνο το Υπερβατικόν, περί του οποίου άλλοτε.

8. Έπειτα η ίδια η λέξη “υπάρχει” ή “υπαρκτός”, είναι ένα κατηγόρημα της συνείδησής μας που δε βλέπω γιατί σώνει και καλά έχει σχέση με το φαινόμενο Ήλιος που τέλος ούτε τού προσθέτει ούτε τού αφαιρεί το ελάχιστο απ’ ότι κι αν είναι.

9. Θάλεγα ότι το μόνο άμεμπτο μέρος της νόησης μας είναι η αισθητική της πλευρά, αυτό δηλαδή που συνέχει και συνειδητοποιεί όλες τις αισθήσεις και που επιπλέον αποτελεί μιαν ακόμη αίσθηση. Αυτή η αισθαντική ή αντιληπτική λειτουργία της νόησης προηγείται, αλλά και παύει να είναι αγνή απ΄ τη στιγμή που θ’ αρχίση ή επεξεργασία τού αισθητού με βάση τις προειλημμένες γνώσεις και κρίσεις που είχαμε στο παρελθόν, ακόμα δε περισσότερο όταν δεν έχουμε βαθειά συνειδητοποιήσει πόσο σχετικές μπορεί να ήσαν αυτές οι κρίσεις και γνώσεις (1).

10. Μ’ όλα αυτά δεν αρνούμαι φυσικά το σκόπιμο της γνωσιολογικής προσπάθειας, που είναι αναπόφευκτη κι αναγκαία, αρνούμαι μόνο την πεποίθηση ότι όλη αυτή η προσπάθεια κι όσα έχει και πρόκειται να συσσωρεύση, μπορεί να θέλη ν’ αληθεύη ή νάχη την απαίτηση να είναι ισχυρή πέρα απ’ όσα αφορούν τις πρακτικές ανθρώπινες ανάγκες – φυσικές, ψυχολογικές ή πνευματικές. Δηλαδή κρίνω πως το σύνολο της γνώσης φέρνει πάντα τη σφραγίδα της ανθρωπομορφικότητας και δεν μπορεί να πάη πέρα απ’ αυτήν.

11. Η ανθρώπινη συνείδηση μπορεί τέλος να περάση κατά κάποιο τρόπο πέρα απ’ αυτή τη σφαίρα αλλά αυτό το μέρος της εξέλιξης της παύει πια να είναι γνώση όσο παύει και να είναι ακριβώς ανθρώπινη κι ακόμα παύει να αναφέρεται σε μιαν ατομικήν εστία συνείδησης. Αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε στο τέλος των επτά διαστάσεων.

12. Όσο για το ζήτημα της γνώσης, θα συζητηθή ad hoc στο δεύτερο θεματικό κύκλο που έχει για αντικείμενο τις βάσεις, τα όρια, τις δυνατότητες και τις μεθόδους της γνώσης, με μια λέξη την ανατομία της συνείδησης. Ώστε λοιπόν όποτε αναφέρομαι στον όρο πραγματικότητα ή πραγματικό, εννοώ πάντα ότι κάτι φαίνεται να αληθεύεη σε δεδομένο χρόνο, τόπο, υπό ωρισμένες συνθήκες και σχετικά με συγκεκριμένο παρατηρητή, τού οποίου μάλιστα το επίπεδο παρατήρησης βρίσκεται στα συνηθισμένα περιθώρια της ανθρώπινης συνείδησης.

13. Οι Δύο Αρχές, για να επιστρέψουμε, είναι ένα δίδυμο ζεύγος με διαφοροποιημένη λειτουργική ενέργεια η κάθε μία, που μαζί αποτελούν τη βάση ή τη στήριξη τού φαινομένου τής ζωής και τής συνείδησης. Θάλεγε κανείς πως μοιάζουν με τις σιδηροτροχιές μιας αμαξοστοιχίας που καλύπτουν το σύνολο της διαδρομής. Αμαξοστοιχία η συνείδηση, ράγες οι δύο αρχές. Όπου Συνείδηση, Ζωή, εκεί και οι “Δυο Αρχές” ή καλλίτερα αυτές μόνες οι Δύο Αρχές είναι η αρχή και το τέλος της Ζωής, η φύση και η ουσία πίσω από κάθε φαινόμενο, που απ’ τη σχέση και τον ανταγωνισμό τους γεννιέται η παγκόσμια Συνείδηση.

14. Καμμιά απ’ τις δύο αυτές Αρχές δεν είναι ανεξάρτητη απ’ την άλλη. Διαφέρουν σαν ουσιαστικός μηχανισμός, αλλά το πεδίο δράσης τους είναι κοινό, ενιαίο, η δε σχέση τους διαλεκτική ή εναντιοδρομική (2), αυτή μάλιστα η σχέση και αναγκαστική επαφή τους φαίνεται να είναι όλο κι όλο το φαινόμενο της Ζωής, η δε ισορρόπηση κι έπειτα σύνθεση αυτών των δύο αρχετυπικών δυνάμεων ή Αρχών είναι ο στόχος και το τέρμα για την ανθρώπινη επίτευξη. Το ζήτημα των Δύο Αρχών αναλύεται ιδιαίτερα στο κεφάλαιο “Απολυτολογία” και στα περί Εναντιοδρομίας.

15. Ωνόμασα την πρώτη απ’ τις Αρχές “Γνωσιολογική”, και τη δεύτερη “Αισθαντική”. Η Γνωσιολογική Αρχή είναι η δύναμη με την οποία γνωρίζουμε τα πράγματα, η διανοητική ανάλυση, επεξεργασία, ταξινόμηση, δηλαδή το Σκέπτεσθαι. Αισθαντική πάλι Αρχή είναι αυτή με την οποία νοιώθουμε, αισθανόμαστε και κάνουμε τα πράγματα: εμπειρία και βίωση. Το υλικό, η εντύπωση, η εμπειρία, προέρχεται απ’ την Αισθαντική Αρχή, ενώ η επεξεργασία της εμπειρίας βγαίνει απ’ τη λειτουργία της Γνωσιολογικής Αρχής. Κατά την επεξεργασία κι επαφή τής νόησης με την αίσθηση, παράγεται άγνωστος αριθμός άλλων εμπειριών – εντυπώσεων, που ανήκουν σε μία απ’ τις διατονικές κλίμακες της αισθαντικής αρχής, το συναίσθημα.

16. Ας παρατάξω τώρα μερικές λεκτικές και πραγματικές αντιστοιχίες για τις δύο Αρχές, ώστε να γίνη το αντικέιμενό τους πιο κατανοητό.

1. Γνωσιολογική Αρχή 2. Αισθαντική Αρχή
Θεωρητική Εθνική
Εγκεφαλική Καρδιακή
Νοητική Συναισθηματική
Υπερνοητική (Λόγος) Ενορατική (Διαισθητική)
Φιλοσοφική Ψυχολογική, Θρησκευτική
Σκεπτική Αισθητική
Διάνοια Αίσθημα
Αντιληπτική Εμπειρική
Πνευματική Ψυχική
Χρονική Χωρική
Δυναμική Αισθηματική, Ελκυστική
Ενεργητική Παθητική
Θετική Αρνητική
Ανδρική Θηλυκή
Φως Σκότος (Χάρις)
Τάξη Χάος
Ηλεκτρική Μαγνητική
Εκρηκτική Συνεκτική (κολλητική)
Διχόνοια Έρως
Εκπνοή Εισπνοή
Σατανάς Θεός
Πόλεμος Ειρήνη
“Κακό” “Καλό”
Γνώση Άγνοια, Αρετή
Καταστροφή Δημιουργία
Νεύρα Αίμα, (κυκλοφοριακό)
Σπέρμα Χους
Κίνηση Πλαίσιο, Απόσταση
Αδάμας Χρυσός
Σπάθη Ασπίς
Όξινα Αλκαλικά
Λογική Αγάπη

17. Ατελείωτες μπορεί να ήσαν αυτές οι στήλες. Οι Δύο Αρχές μας θυμίζουν ακόμα το Γίν και Γιάνγκ των Κινέζων, την ατέρμονη σύγκρουση ή σχέση τού υποκειμένου προς το αντικείμενο, την μεγάλη διαλεκτική πάλη μέσα στη Ζωή και στα φαινόμενα κι ακόμα την έσχατη διαλεκτική πάλη ανάμεσα στο είναι και στο μή-είναι, αποτέλεσμα και προϊόν της οποίας είναι ο Κόσμος που βλέπουμε και χάρη στην οποία “υπάρχει” (3).

18. Το που οδηγεί ο δημιουργικός ανταγωνισμός των ζευγών των αντιθέτων, το τι σημαίνει και ακόμα το γιατί υφισταται δυναμικά και σ’ αυτήν ακόμα την Μονάδα, την Ενότητα, το “Απόλυτο”, είναι κάτι που ενδιαφέρει και που θα συζητηθή στα κεφάλαια που ακολουθούν και ιδιαίτερα στο δεύτερο βιβλίο που ασχολείται με την ανατομία της Συνείδησης.

19. Αναπτυσσόμεθα μέσα από τη μία ή την άλλη γραμμή και συχνά παραμένουμε και δεν φεύγουμε καθόλου απ’ τη μια απ’ αυτές, ενώ απωθούμε την άλλη στο Ασυνείδητο.

20. Γι’ αυτόν που οδηγεί την ύπαρξή του σε άνθιση, σ’ όλοκλήρωση, είναι απαραίτητο να περνά διαδοχικά απ’ τη μιά στην άλλη καλλιεργώντας την ποιότητα τούς και επιδιώκοντας τη σύνθεση και συρραφή της μεταξύ τους αντίθεσης ή διαφοροποίησης. Και τούτο πρέπει να γίνει πολλές φορές, μέχρι κανείς ν’ ανακατώση και να συντήξη μέσα του το σύνολο των ποιοτήτων αυτών των Δύο Αρχών σ’ ένα ενιαίο κράμα πέρα ως πέρα.

 

 

21. Αυτή η ταύτιση, άσχετα σε ποιαν απ’ τις δύο είχε κανείς τις ρίζες του, είναι για τον άνθρωπο η συμφιλίωση των αντιθέτων, η άρση τού αρχαίου διχασμού του, η ένωση με το Απόλυτο, η ανακούφιση. Τούτη η ένωση, η ακεραιοποίηση, η ολοκλήρωση, γεμίζει τον άνθρωπο Αλήθεια, Ομορφιά και Ελευθερία. Η παραπάνω ταύτιση μόνο στο επίπεδο τού Απόλυτου είναι δυνατή. Τώρα περισσότερα για τις Δύο Αρχές θα συζητήσουμε καθώς θα διαβαίνουμε τα κεφάλαια που ακολουθούν.

22. Το σχήμα 2 παριστάνει τις επτά Διαστάσεις κατά τετραδιαστασιακό ύψος (4) αλλά και κατά Αρχή. Τις δύο τελευταίες, έκτη και έβδομη, δεν θάπρεπε κανονικά να τις χωρίσω αριστερά – δεξιά, γιατί είναι συμπαγείς, ακέραιες, απόλυτες. Αλλά αν υποθετικά τις χωρίζαμε κι αυτές, θα πήγαιναν έτσι όπως στο Σχήμα 2.

23. Επίσης αυτή η διάταξη των διαστάσεων προς τις Αρχές είναι τεχνητή, μια αντιστοιχία για κατανόηση, διαφορετικά η θέση τους είναι όπως στο σχήμα 1. Το δε καθ’ ύψος που ανέφερα δεν είναι πραγματικά ύψος, αλλά κατά την διεύθυνση της 4ης Διάστασης, που θα εξηγήσουμε στο επώνυμο κεφάλαιο. Το ύψος αυτό ωνόμασα “τετραδιαστασιακό ύψος”.

24. To πεδίο σχέσης των δύο αρχών κάνει συγχρόνως να φανή μια τρίτη δύναμη – ενέργεια, μια δύναμη – μίγμα, όμως επειδή είναι το αναπόφευκτο προϊόν των δύο άλλων, δεν το ονομάζω Αρχή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχει την ίδια αξία. Οι δύο, δεν υπάρχουν ποτέ αλλιώς παρά σε σχέση μεταξύ τους και άρα οι τρεις τους βρίσκονται αυτόματα μαζί.

25. Επίσης η κάθε μια χωριστά, υπάρχει σαν ζεύγος – τριάδα και είναι αυτοτελής, και μόνο “τού παντός θεωρουμένου σαν μονάδας”, η τρίτη δύναμη ισούται με το Απόλυτο – επειδή υπάρχει πλήρης ταύτιση των Δύο Αρχών – αν και σ’ Αυτό ακόμα υπάρχουν λεπτοί διαφορισμοί υπερσυμπίεσης, όπως θα δούμε στο κεφάλαιο που πραγματεύεται τα εσωτερικά τού Απολύτου, την “απολυτολογία”.

26. Τέλος αυτά θ’ αναφερθούν ειδικά, τόσο σε τυπολογικές αναλύσεις (ανθρώπινοι χαρακτήρες βάσης), όσο και σε τμήματα που καταγίνονται με τις Πρώτες Αρχές (2ό και 3ο βιβλίο). Για τούτο θέλω ο τρίτος παράγων να ξεχαστή για να μη μπερδέψη το νόημα και την χρησιμότητα των Δύο αρχών, σαν μοναδικών στη διθέμελη ρίζα αυτού τού Κόσμου.

27. Απλούστερα πάντως, όταν βρεθούν κατάλληλα ένας άνδρας και μια γυναίκα, με τις ανάλογες θελκτικές χάρες, ο έρως ή ο τρίτος και μεταξύ τους παράγων είναι αναπόφευκτος. Όμως δεν μπορώ γι’ αυτό να πω ότι ο έρως είναι ακριβώς ένας τρίτος άνθρωπος, και θα θεωρήσω σαν αρχικά αίτια τον άνδρα και τη γυναίκα. Εξ άλλου αν το τρίτο στοιχείο ήταν κι αυτό “Αρχή”, τότε τα στοιχεία θάταν συνολικά έξη κι ούτε η Ζωή θάταν Ζωή, ούτε καν αυτή που είναι, και πάντως είναι ουσιαστικά αδύνατον να συλληφθή το πως θα ήταν, μια και κάθε σύλληψη γίνεται πάντα με βάση την οντολογική ανατομία των Δύο Αρχών, ακόμα και η υπόθεση περί τριών Αρχών που μόλις κάναμε. Ένας Κόσμος τριών Αρχών δεν μπορεί να είναι αντικείμενο της δική μας Συνείδησης.

28. Στις αντιστοιχίες που έδωσα μπορεί να φαίνεται πως αντιφάσκουν μερικές όπως π.χ. στη μια πλευρά μαζί βρίσκονται οι: Πνεύμα, φώς, γνώση, διάβολος, κακό, καταστροφή, δύναμη, τάξη, κλπ. και στην άλλη πάλι: Θεός, αγάπη, σκότος, άγνοια, δημιουργία κλπ. Ή ακόμα πως μερικές έννοιες θα μπορούσαν ίσως να σταθούν και στις δύο πλευρές. Ως προς την φαινομενική αντίφαση όμως, δεν έχει ο γράφων την ευθύνη, μάλλον θάπρεπε ν’αναθεωρήσουμε τις σκέψεις μας για το Καλό και το Κακό, τον Θεό και τον Διάβολο, γιατί η διττότητα, ο διχασμός, η διάσταση, είναι μάλλον ένα απ’τα προβλήματα – ρίζες που κάποτε πρέπει να κατανοήσουμε και να ξεπεράσουμε, κι ίσως – ίσως να είναι το “αρχαίο μας αμάρτημα”.

29. Δεν θέλω φυσικά να πω πως πρέπει να υπηρετήσουμε το κακό ή την πλάνη, χωρίς άλλο εκλέγουμε την αλήθεια, μόνο που η αλήθεια δεν ταυτίζεται με το “Καλό”, αλλά υπερβαίνει ολότελα το χώρο αυτό της συνείδησης μεσ’τον οποίο υπάρχει ο διχασμός, και πάντως από την σκοπιά της σχετικής κι όχι απόλυτης ακόμα σκέψης μας, η αλήθεια πρέπει το λιγώτερο να εμφανίζεται σαν όρος ισορροπίας και τόπος γεωμετρικός για όλες ανεξαίρετα τις αντιθέσεις. Η αλήθεια είναι το μόνο καλό. Το “καλό” για τον άνθρωπο, δεν είναι αναγκαία αλήθεια και ούτε εντελώς καλό.

30. Κι έπειτα μύχια μας όλοι ξέρουμε πως ο “Διάβολος” δεν είναι μόνο πλάνη, κι αυτό γιατί “τον” έχουμε μέσα μας το ίδιο όπως και τον “Θεό” που σ’επίπεδο ποιότητας της πλάνης, αντιστοιχεί με την άστοχη αγαθότητα. Πρόκειται για ένα ζεύγος διαλεκτικών αντιθέτων. Η αρχή Διάβολος και η αρχή Θεός είναι δύο στοιχεία κάθετα πάνω σε μια σειρά από οριζόντια επίπεδα ποιότητας που το κάθε ένα είναι περισσότερο εξυψωμένο ποιοτικά απ’το προηγούμενο καθώς ανεβαίνουμε, διαφέρουν επίσης ως προς τον λειτουργικό τους τύπο κι ως προς το περιεχόμενο τους σε υλικό συνείδησης. Ωνόμασα αυτά τα πεδία Διαστάσεις και ασχολούμαι μαζί τους στα αμέσως επόμενα κεφάλαια.

31. Έτσι λοιπόν δεν είναι το ένα στοιχείο κατώτερο και το άλλο ανώτερο αλλά υπάρχουν ταυτόχρονα μαζί σαν ζεύγος και στην αντίστοιχη ποιότητα σε κάθε ένα απ’τα πεδία – διαστάσεις από το πρώτο μέχρι τα υπέρτατα δύο τελευταία. Ώστε ο “Διάβολος” υπάρχει και στο ύψιστο και πρωταρχικό Πεδίο; Αυτό θα το δούμε αμέσως παρακάτω.

32. Στο κατώτατο επίπεδο ο “Διάβολος” είναι η κακία, η ακατέργαστη έκφραση της δύναμης, και η πονηρία, η ακατέργαστη έκφραση της ευφυίας, κι ακόμα η αποτομότητα, η τραχύτητα, ο σκοτεινός ελιγμός, η στρυφνότητα κ.α. , στα ίδια πάλι επίπεδα Θεός είναι η βλακεία ή η ασμίλευτη έκφραση της καλωσύνης, η παρόρμηση εκείνη που θέλει το καλό, μα που δεν ξέρει να το κάνη, συχνά με μόνη κατάληξη μια ατελείωτη σειρά από γκάφες.

33. Στα ανώτερα τώρα επίπεδα, ο “Διάβολος” γίνεται διαδοχικά: Νόηση, διανόηση, επιστήμη, τάξη, πειθαρχία, νόμος, διοίκηση, ανάλυση, κριτική, αμφισβήτηση, έρευνα, πειραματισμός, παρατήρηση, υποθετική δύναμη, ιδιοφυΐα (ταλέντο), ανακάλυψη, υπερδιάνοια ή μεγαλοφυΐα, σοφία και τέλος απόλυτη συνείδηση και νοημοσύνη ή αυτό που ωνόμασα “Καθολική Μεγαλοφυΐα”, δηλαδή μια “Συνείδηση” που εξάντλησε όλες τις ποιοτικές μεταβλητές, τις δυνατές όχι μόνο για την αρχική έννοια τού ανθρώπου, αλλά και για εκείνες της Κοσμικής του υπόστασης. Όμως αυτό το τελευταίο ίσως το εξηγήσω σ’αυτό το βιβλίο ή σε ειδικό δοκίμιο που ετοίμασα ιδιαίτερα για την ανάλυση της φύσης και της λειτουργικής δομής της Μεγαλοφυΐας.

34. Αν η Αρχή “Διάβολος”, ήταν λιγότερο πραγματική απ’την αντίθεσή της, την Αρχή “Θεός”, θάχε “προ πολλού” εκλείψει. Οι δύο αυτές έννοιες, αποτελούν τις δύο πολικές αντιθέσεις μέσα στην συνείδηση, τον Λόγο, που της είναι τόσο απαραίτητες όσο το “συν” και το “πλην” στα μαθηματικά, και πάντως σαν αντιθέσεις ανήκουν στο Σχετικό χώρο και όχι στον Υπερβατικό.

35. Ο πραγματικός Θεός είναι υπερβατικός, υπερβαίνει το Καλό και το Κακό, δεν είναι το αντίθετο τού “Διαβόλου”, αλλά Κάτι που ξεπερνά όλα τα ζεύγη των αντιθέτων, που δεν είναι Διττό, αλλά Μονό, Ακέραιο, Ολόκληρο, Συμπαγές και που όλα τα άλλα, είναι μόνο προϊόντα της εσωτερικής Του συμπεριφοράς. Η μελέτη της συμπεριφοράς, της Πρώτης και Αρχικής Δυνατότητος, είναι Οντολογία.

36. Το να εκλέξη κανείς τον ένα απ’ τους δύο (Θεό – Διάβολο), και να απωθήση τον άλλο (στο ασυνείδητο), σημαίνει ότι εξακολουθεί να δυναμώνη την πλάνη (χάσμα, διχασμός κλπ). Αν οπωσδήποτε πρέπει να συνταυτίσουμε τον Διάβολο με την πλάνη, τότε το να τον απωθούμε είναι ο μόνος τρόπος να τον δυναμώσουμε (5). Ας μη φτάσουμε λοιπόν σ’αυτήν την επιπολαιότητα από αγαθή καλοπιστία.

37. Απ’ την άλλη πλευρά, στα ανώτερα επίπεδα, η Αρχή Θεός, γίνεται διαδοχικά: Ώριμο αίσθημα, ευαισθησία ανθρώπινη και καλλιτεχνική, έμπνευση και ενόραση, σοφία της καρδιάς που έρχεται από οραματισμό κι απ’την διεισδυτική δύναμη της Αγάπης, σύν-θέση, βαθειά κατανόηση, καθαρή Αγάπη και άμεση αισθαντική εμπειρία της Ενότητας, Κόσμου Όλου. Τέλος Θεός είναι ή Ύπαρξη, το Ζήν, το Είναι, : Διάβολος είναι η επίγνωση αυτού τού Είναι, που είναι στο τέλος ένα και το αυτό πράγμα και ανεπίδεκτο διαχωρισμού. Εξ άλλου στα ανώτερα αυτά επίπεδα, οι νοητικές – γνωσιολογικές λειτουργίες, σταδιακά αισθαντικοποιούνται, και κανείς προχωρά μάλλον με μια συνθετική λειτουργία παρά με πολλές χωριστές.

38. Δεν εννοώ λοιπόν πως κανείς πρέπει να κάνη το κακό, αλλά να αντιληφθή πως αν νοιώσει μια κακήν επιθυμία, πρέπει να μην την πιέση απωθητικά, αλλά να προσπαθήση να την κατανοήση με αγάπη, γιατί το κακό όσο και το καλό προέρχονται από μέσα μας και όχι απ’τον Σατανά ή τον Θεό και αν τα κατανοήσουμε θα μεταμορφωθούν, γιατί η Αγάπη κατανοεί και η κατανόηση μεταμορφώνει.

39. Κάθε επιθυμία ή παρόρμηση οφείλει να υποτάσσεται στην επίγνωση, στην συνείδηση, στην νοημοσύνη και έτσι να εξευγενίζεται. Μια παρόρμηση που κατανοήθηκε, υπάρχει μόνο σύμφυτα με την κατανόησή της, και αυτό είναι κάτι άλλο απ’ό,τι ήταν πριν κατανοηθή, που χαρίζει κυριαρχία στην συνείδηση και ηθική ελευθερία. Είναι μάλιστα φρόνιμο νάναι κανείς ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν πρόκειται να χαρακτηρίση κάτι σαν καλό ή σαν κακό. Εδώ αρχίζει η Μέση Οδός, η κόψη τού ξυραφιού.

40. Είναι πεποίθηση και πείρα μου ότι ο αυθορμητισμός όχι μόνο δεν φτωχαίνει στον αυτοκυρίαρχο άνθρωπο, αλλά αντίθετα γίνεται αφθονώτερος και δημιουργικός, γιατί αυτός που ο νούς του ασκεί μια δύναμη πειθαρχική πάνω στα αισθήματα και τις επιθυμίες του, είναι πιο ελεύθερος και άφοβος απ’ αυτόν που αντίθετα πείθεται στις ορμές και επιθυμίες του ενάντια στο λογικό του. Μάλιστα τού δίνεται η ευκαιρία να επιλέγη μέσα απ’το ρεύμα των παρορμήσεων ό,τι πιο γνήσιο, αληθινό και ενάρετο ανθίση στην συνείδησή του.

41. Στο κάτω – κάτω και η βλακεία είναι μια προσφορά τού αυθόρμητου σ’αυτόν που μένει ανοικτός και αδρανής μπροστά της. Γι’αυτό ξαναλέω ότι με την αυτοκυριαρχία ο αυθορμητισμός, η ενστικτώδης παρόρμηση, μετατρέπεται σε συνειδητή δημιουργική έμπνευση που δίνει στον άνθρωπο σοφία, κατανόηση και ταλέντο.

42. Αυτοκυριαρχία δεν σημαίνει καταπίεση, αλλά επίγνωση και κατανόηση τού εαυτού στο βάθος και είναι ακριβώς η κατανόηση που δίνει την δυνατότητα τού ελέγχου. Εξ άλλου και η θέληση να επέμβουμε πειθαρχικά στον αυθορμητισμό μας είναι εξ ίσου αυθόρμητη. Αλλά αυτά τα θέματα θα τα επεξεργαστούμε στο κεφάλαιο για την αυτογνωσία.

Σημειώσεις – Παραπομπές

1. Για το θέμα των αισθήσεων, βλέπε “Η έννοια τού Πραγματικού”

2. Για την εναντιοδρομία, βλέπε “Η Προέλευση της Μεταφυσικής Ανάγκης”

3. Επίσης: Θεωρητικό – Αισθητικό, Κλασικό – Ρομαντικ΄π, Ορθολογισμός – Ρομαντισμός κλπ.

4. Περί του τετραδιαστασιακού ύψους βλέπε: Στα επόμενα δοκίμια και στην 4η Διάσταση. Πρόκειται για διεύθυνση από τα πυκνά προς τα αραιά, εκτός των τριών διαστάσεων.

5. “…Αμήν αμήν λέγω υμίν μη αντιστήναι τω πονηρώ…”

Αθήνα 1968