“Chios’ Monasteries” – “Μοναστήρια της Χίος” (Poem)

 

Μοναστήρια της Χίος

Κινώντας για τον Άγιο Μάρκο
βαδίζοντας τη μεγάλη ράχη
ρίχνεις πίσω μια ματιά στον Ήλιο
ίσα να πάρεις μιαν ευχή του ..
Κι’ αυτός αγουροξυπνημένος, κόκκινος,
μόλις που ξέβγαλε το πρόσωπό του
μέσα σε νάμματα ρoζιά
και πέπλα από ασιάτικους γιακίνθους ..
Αφήνεις το μάτι να διατρέξη την ηλιακή δόξα …
Μια θάλασσα τριαντάφυλλα !..

.. Ή πάλι κολλάς το θώρι σου
ίσια πάνω στο δικό του …
Μέλι το αίμα σου που βράζει !
Δε λες να φύγεις ..

Το ξεχείλισμα της στήθιας ζέσης σου –
άλλοι το λεν αγάπη –
πνίγει τις κόρες των ματιών
κυλά μια – μια τις ζάρες της μορφής
και τις χαραγματιές της έκφρασης
κάνοντας τη μορφή σου ξένη από σένα !.

Μετά πέφτει στη γης,
που κι’όλας αγαλιάζει
για τέτοιου βότανου εκχείλισμα.

…Μια σιωπηλή στιγμή
γεμάτη αποδέσμευση ..
Ατέλειωτη ανατολίτικη αυγή
μ’ένα βάθος μυστήριο,
δίχως ορίζοντα !

Γέρνεις τη μέση
και το ποτήρι σου γεμίζεις
με κρύσταλλο νερό απ’τις καρυές.
Έπειτα παίρνεις τ’ανηφόρι για τη Μονή.

Εκεί στρωσιά από πλήθος πούσια
σε περιμένει για να πέσης
κάτω από ψηλόκορφα πανώρια πεύκα
με μια γλυκειά σκιά
μεσημεριάτικης ανάπαψης.

Πιο πέρα καθισμένος
πάνω σ’ένα χαμότοιχο
από πέτρα κι’ασβέστη,
ένας γεροκαλόγερος
που θάχε κει πάνω ξεχαστή
κάμποσην ώρα,
θώραε κατά τη Χώρα και τη θάλασσα
παρμένος κι’όλας στου μυστικισμού
τη βύθιση !.

Αφήνεις τ’αυτιά σου ορθάνοιχτα
να ρουφούν των τζιτζίκων τη βουή
όσο να ξεθωριάση ο νους σου
κι’έτσι που με τη πέτρα και το πούσι
αξεχώριστος να γίνης …

Ή κάποιο απομεσήμερο
επισκέφτεσαι τ’αρχοντικό του κάμπου
τριγυρισμένο με περβόλια απλόχωρα
πούχουν μια παραδείσιαν εφορία ..

..Πορτοκαλιές και λεμονιές και καρυδιές
μεστές καρπούς άνθη κι ευωδιές ..
..Στέρνες και γούρνες δω κι εκεί
και πηγάδια από μάρμαρο καθάριο
όλα με τέχνη σκαλισμένα ..

..και μπούστα ανδρών πάνω σε κίονες
στ’αρχοντικό του Αργέντη
για να θυμίζουν πρόγονους
που στον αγώνα στάθηκαν
και πέσαν …

Διασχίζεις το περιβόλι
πάνω σε κοριντόρους ψηφιδωτούς
και κάτω από Λεμονιές – δέντρα ολάκερα-
και στο διάβα αποξεχνιέσαι
κυττώντας πανέμορφα ηλιακά ρολόγια
και μαγγανοπήγαδα πούχουν κάθε
λογής χρωματισμούς στις πτέρυγες ..

..Ή στέκεις μπρος σε μνημεία
απ’άσπρο μάρμαρο ή ροζακί,
καλότεχνα και γραφικά..

Το μάτι σου δείχνει
τον ρομαντικό εαυτό σου
σαν τις μορφές παρατηρείς
κάποιας γυναίκας της φαμίλιας
ή κάποιας της τέχνης Μούσας
και μικρών θεών του ανέμου.

Παίρνεις το δρόμο να επιστρέψης
μέσα στο σούρουπο
χαμένος σε μια βοή
από τριζόνια και πρώτα νυχτοπούλια,
ανάκατη με το γαργάρισμα
μακρινών μαγγανοπήγαδων
που στέλνουν στα μποστάνια κρύσταλλο
απ’άκρη σ’άκρη σ’όλα τα διψασμένα
περβόλια του κάμπου
που σκόρπιαν έχει
μιαν ανατολίτικη μαγεία
και μια γη με φανερή ευλογία
και που μοιάζει να στέκη
σε καιρούς παρωχημένους,
στα χρόνια του εικοσιένα ..

..Στα πλάγια της μεσαριάς
οι τοίχοι των κήπων
από κόκκινη πέτρα
ζεστή σαν αίμα,
αγγίζεις με την παλάμη ή την παρειά
και θαρρεύεις πως σάρκα είν’ ο τοίχος ..
κάτω απ’το πόδι σου
η γη καυτός πηλός,
όλος ο κάμπος μι’απέραντη καρδιά
που κλείνει ένα μυστικό εξαίσιο !.

Και σαν το σούρουπο βαθαίνη
και της Ασίας το μισοφέγγαρο αυξαίνη
την ήδη πούχεις μέσα σου μαγεία,
παραλυμένος, με μια κάψα στο στήθος
πατάς στη Δημοσιά
που βγάζει έξω απ’τ’όνειρο
κατά τη Χώρα και τους Ανθρώπους.

Άλλοτε πάλι στου Άη – Μηνά το Μοναστήρι,
πλάϊ σε γέρικα δυο κυπαρίσσια
όμως περήφανα κι’όλο ομορφιά
αγναντεύεις τη Μικρασία
τρία μόλις μίλια κι’όμως..πολλά

Νόστος και μαγνήτης δυνατός
που κάνει να πηδήσουν ρίζες
από μάνες και πατέρες μέσα σου …
Και πιο πίσω αναπολείς
τη βρεφική της όμορφης Ελλάδας κλίνη
και τώρα να την βλέπης μ’αγωνία
την ευγενικιά Ιωνία !.

Κι άλλες φορές ξυπνάς τους στοχασμούς
και ρεμβασμούς σου,
σηκώνεσαι απ’τη Δασκαλόπετρα
και προχωράς ως το μνημείο του Ψυχάρη.
Η μορφή του χρυσίζει
απ’ τον ήλιο της Δύσης ..

Ακουμπώντας τη ράχη στο μνημείο
η ματιά σου παιχνιδίζει
πάνω σε μια σειρά
από πλήθος μικρούς κολπίσκους,
απ’τη Χώρα ως το Βροντάδο –
από πάνω του που στέκεις –
και πάλι πίσω ως τη Χώρα …
εφτάκορφη μι’ακροθαλάσσια τιάρα
ίσια, απάνω στη ρότα του Ήλιου !.

Άσπρο, μενεξελί και χρυσαφί
το στέμμα της θάλασσας
καθώς αστράφτει
στο πλάγιο εσπερινό φως.

Τέλος, φεύγεις με τον Φαέθωνα
όπως και ήρθες,
ακολουθώντας τη χρυσή γραμμή
των συνόρων της Ελλάδας
και σκέφτεσαι μην η Ελλάδα
είν’ στ’ αλήθεια μια χώρα ..,
δίχως σύνορα !..

Γιώργος Δραγώνας
Χίος Αύγουστος 1968

*Το ποίημα βιώθηκε, γράφηκαν σημειώσεις και πάρθηκαν φωτογραφίες τον Αύγουστο του 1968. Διαμονή στο σπίτι των Μπόλλα..!