Σημ: Απόσπασμα απ’ το βιβλίο: «Είναι & Τρόπος», κεφάλαιο «Έκθεση της Υπέρτατης Αλήθειας» ή «Εμπειρική θέση του Μηδενός», σε επτά τμήματα, εξ ων τα δύο τελευταία δημοσιεύονται στο παρόν. Τα τμήματα ήσαν: 1) Εμπειρική θέση του Μηδενός, 2) Άφεση και Υπέρβαση, 3) Επικοινωνία – Ένωση, 4) Ελευθερία, 5) Ασκητική, 6) Ανατομία της Αντίληψης & 7) Συγκέντρωση.
- Πως ερχόμαστε στην αντίληψη ενός αντικειμένου; Δυό πράξεις λαμβάνουν χώρα πριν συμβή το γεγονός της αντίληψης. Πρώτα κάνουμε την διαίρεση και ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας βάζοντάς τον απέναντι στα φαινόμενα, ενώ εκ δευτέρου διαιρούμε τα φαινόμενα μεταξύ τους, τάσσοντας τα κάτω από ειδικές κατηγορίες χαρακτηριστικών. Έτσι πριν αντιληφθούμε ένα αντικείμενο, πρώτα αποσπώμεθα απ’ αυτό κι έπειτα το αποσπούμε συγκριτικά απ’ όλα τα υπόλοιπα φαινόμενα.
- Άρα για να γίνη κάτι αντιληπτό στο νου, πρέπει ολόκληρο το Σύμπαν να διέλθη απ’ αυτόν, λίγο πιο πριν από το τελευταίο αντικείμενο που συγκεκριμενοποιούμε. Κι αυτό σε ταχύτητα εκατοστού του δευτερολέπτου. Μέσα σ’ αυτή την Κοσμοδιέλευση από τον νου συμπεριλαμβάνονται εκτός από το σύνολο των φαινομένων και ο παρατηρητής κι ακόμα η έννοια της «συγκεκριμένης ανυπαρξίας» του εν λόγω αντικειμένου, προς την οποία και ασυνείδητα αντιδιαστέλλεται. Π.χ. λέμε: Αυτή η θέση θα μπορούσε να είναι άδεια από ένα βάζο, όμως δεν είναι άδεια αλλά γεμάτη απ’ αυτό. Όλα αυτά βέβαια γίνονται αυτόματα, ασυνείδητα και ακαριαία σχεδόν.
- Ώστε χρειάζεται ένα Σύμπαν κι εγώ σαν παρατηρητής για να υπάρξη ένα δέντρο, κι άλλο τόσο το δέντρο είναι απαραίτητο για να υπάρξη το Σύμπαν και εγώ. Γιατί όσο το Άπαν μεσολαβεί για να εννοηθή το κάτι, άλλο τόσο το κάτι είναι προϋπόθεση για να εννοηθή το Άπαν. Γι’ αυτό και ένα οποιοδήποτε κάτι ισοδυναμεί με το Σύμπαν, γιατί μεμονωμένο είναι αδιανόητο και γιατί τίποτα δεν υπάρχει έξω απ’ την διάνοια με τους όρους που θα το αντιλαμβανόταν η διάνοια. Η αίσθηση μπορεί να αισθάνεται άμεσα αλλά και άδολα, γιατί δεν αποδίδει κατηγορήματα σ’ ότι κι αν αισθάνεται παρά μόνο με τη μεσολάβηση του νου. Γιατί αυτό που αισθανόμαστε χωρίς καθόλου να σκεφτόμαστε, είναι τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που αισθανόμαστε όταν το σκεφτόμαστε.
- Αν λοιπόν σύμφωνα με τα παραπάνω, χρειάζεται να προηγηθή μια έστω και σύντομη διαδικασία σκέψης, όσο κι αν αυτή γίνεται ασυνείδητα, για να υπάρξουμε σαν άτομα και παρατηρητές, αυτό σημαίνει πως η ατομική μας υπόσταση δεν είναι αυθύπαρκτη και πραγματική αλλά πρέπει να τον δημιουργούμε διαρκώς με την σκέψη μας. Κι αυτό ισχύει εξ ίσου και για την ατομική ύποσταση η ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων φαινομένων.
- Ώστε τι απομένει να κάνει κανείς; θα πρότεινα το εξής: Ένα Αισθάνεσθαι χωρίς “σκέπτεσθαι”. Δηλαδή μπορεί κανείς και να σκέπτεται όσο θέλει και να αισθάνεται τις σκέψεις του, χωρίς όμως να τις σκέπτεται. Όταν σκεπτόμαστε τις σκέψεις μας, τις κατευθύνουμε και έτσι τις δεσμεύουμε. Ενώ αν τις αφήσουμε τελείως ελεύθερες χωρίς την ελάχιστη σύσφιξη, είτε να οραματίζονται είτε να αυτογνωρίζονται, ο μηχανισμός του υποκειμένου (αυτενσυνείδητου) φθείρεται, εξασθενεί και πεθαίνει, και μαζί του πεθαίνει κάθε δυστυχία και αθλιότις(1).
- Είναι φανερό πως η Ζωή με την δημιουργία οργανισμών με σχετική ανεξαρτησία κινήσεων μεταξύ τους και με τον δια μέσου των αισθήσεων εντοπισμού του πόνου σ’ ένα σημείο, απέβλεπε ηθελημένα στην δημιουργία του αυτενσυνειδήτου. Ποιος όμως είναι ο σκοπός του αυτενσυνειδήτου; Πιστεύω πως ο σκοπός του ήταν να δώση ύπαρξη σ’ ένα ακόμη φαινόμενο μέσα στη Ζωή· την ανάπτυξη της «Διπλής Συνείδησης» μ’ αυτό εννοώ αφενός με ντην επίγνωση του Κόσμου, αφετέρου δε την επίγνωση αυτής της επίγνωσης, με αποτέλεσμα την απερίγραπτη χαρά που προκύπτει απ’ αυτό. Δηλαδή η Ζωή μας πρέπει να φτάση στο εξής σημείο: Σε μια συνεχή Αίσθηση αφενός και σε μια συνεχή Επαίσθηση αυτής της Αίσθησης αφετέρου.
- Επειδή δεν γίνεται επίγνωση χωρίς διακοπή, γιατί πρέπει να διακοπή κάτι ώστε να γίνη αισθητό δια της απουσίας του, η «Διπλή Αίσθηση» για να αναπτυχθή ακολουθεί την εξής πορεία σαν γραμμική παράσταση:
- Όταν «είμαστε» ζώα, η Αίσθηση ήταν μια συνεχής αδιάκοπη γραμμή. Σαν άνθρωποι αργότερα, η γραμμή αυτή της Αίσθησης είχε μεγάλα διαστήματα διακοπών. Οι διακοπές αυτές του Αισθάνεσθαι(2) είναι το αυτενσυνείδητο. Οι διακοπές είναι γεμάτες σύγκρουση και ψυχολογικό πόνο. Δυστυχώς μάλιστα, τα διαστήματα διακοπής είναι αρκετά μεγαλύτερα απ’ ότι η γραμμή η ίδια (της Αίσθησης).
- Σαν υπεράνθρωποι τώρα ή απλώς σαν ωλοκληρωμένοι άνθρωποι, πρέπει να φτάσουμε στο σημείο ώστε η γραμμή του Αισθάνεσθαι να είναι μια συνεχής «διακεκομμένη» γραμμή, αλλά με τόσο απειροελάχιστης διάρκειας διακοπές, ώστε οι τελευταίες να είναι σχεδόν άφαντες και έτσι να αποτελούν μέρος του Αισθάνεσθαι κι όχι διακοπή του. Στην τελευταία περίπτωση το αυτενσυνείδητο έχοντας δώσει την οργανική προσφορά του, έχει εντελώς εξαφανισθή.
- Αν λοιπόν πεισθούμε για την τελική αυτή σκοπιμότητα του αυτενσυνειδήτου, είναι καιρός έχοντας σχεδόν ήδη εκπληρώσει τον προορισμό του, να φροντίσουμε να απαλλαγούμε απ’ αυτό το άχρηστο, τεχνητό και ανυπόστατο εξ αρχής «εγώ». Έχω ήδη πει πιο πάνω το πώς μπορεί να γίνη αυτό. Είναι καιρός να ζήσουμε σαν αγνή και πλούσια φύση ελεύθεροι απ’ αυτόν τον γεμάτο μικρότητες, φτώχεια κι αθλιότητα εαυτούλη μας.
Αθήνα 1968
Σημειώσεις
1.Τις θέσεις αυτές τις επεξεργάζομαι ιδιαίτερα σ’ ένα άλλο δοκίμιο, με τίτλο: «Οι τέσσερεις θεμελιώδεις δυνατότητες της Ζωής»:1) Του Μη – Είναι, 2) Του εκδηλώνεσθαι ή Αυτομετασχηματίζεσθαι, 3) Του Αυτοαντιφάσκειν ή Αυτόαρνείσθαι, 4) Του Μετασχηματίζεσθαι.
2. Προσέξατε ότι το Αισθάνεσθαι ή ΖΗΝ γράφεται διαρκώς με Κεφαλαίο, σε αντιδιαστολή με το απλό αισθάνεσθαι του «Εγώ», το πρώτο είναι Άμεση ΒΙΩΣΗ – ΕΛΕΥΘΕΡΗ, ενώ το δεύτερο έμμεση Βίωση – αυτοπεριωρισμένη. - ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
Τα προηγούμενα κεφάλαια καθώς εκτίθενται δημιουργούν πολλά ερωτήματα που προκαλούν την συγκέντρωση του νου σ’ ατά. Πρέπει κάθε μέρα ανελλιπώς να στοχαζώμαστε τα ερωτήματά μας με ρυθμό και χωρίς να συμβιβαζώμαστε, αξιώνοντας μέρα με την μέρα να βλέπουμε περισσότερο φως γύρω απ’ αυτά. Όχι επειδή σε κάποιο αίνιγμα ή ερώτημα φτάσαμε σε αδιέξοδο, να παρατήσουμε την όλη υπόθεση. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ακολουθήσουμε άλλο μονοπάτι περισσότερο γνωστό και πάντως να αφήσουμε ελεύθερο τον νου να εμπνευστή δικό του δρόμο. - Κανένα πρόβλημα δεν λύνεται εντελώς μονοκόμματα. Πρέπει κανείς μόλις σταματήση σ’ ένα σημείο, να προωθήση ένα άλλο, γιατί όλα τα σημεία είναι σχετικά και η λύση του ενός βοηθά στην λύση του άλλου. Όταν πάλι κουραζόμαστε μπορούμε να κάνουμε μια συμβολική σημείωση για το μέρος που σταματήσαμε και να αρχίζουμε από εκεί την άλλη μέρα. Έτσι, ήρεμα, με ρυθμό και σύστημα, αποκτούμε κάθε μέρα και περισσότερο φως.
- Η Φώτιση μπορεί να είναι κάτι ξαφνικό αλλά η προετοιμασία του εδάφους γι’ αυτήν είναι σταδιακή. Η προετοιμασία χρειάζεται όταν κανείς διστάζει να δεχθή την απόλυτη Αλήθεια κατευθείαν μόλις την ακούση, επειδή κανένας δεν την θέλει αρκετά και αντιδρά με επιχειρηματολογία. Στην περίπτωση λοιπόν που δείχνει περισσότερη εμπιστοσύνη στον νου του απ’ Αυτό που είναι πέρα και άδειο απ’ αυτόν, οφείλει να έχη τον νου του σε συνεχή άσκηση διαλογισμού και να τον ρωτά διαρκώς.
- Όλα αυτά μπορεί να τα κάνη συγχρόνως με την καθημερινή πρακτική ζωή και εργασία, χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλλη τίποτα ιδιαίτερα. Πάντως η εκλογή παραμένει πάντα δικιά του.
- Η προετοιμασία για ωρίμανση του εδάφους για την τελική Αλήθεια, συνίσταται σε καθημερινά αινιγματικό διαλογισμό και στην καλλιέργεια της Γενναιοψυχίας και όλων γενικά των αρετών του Ευγενούς(1).
- Όπως και να το κάνουμε η Υπέρτατη Σοφία δεν μπορεί να λάμψη σε ένα βλάκα και προ πάντων σε έναν ψεύτη. Γι’ αυτό θάλεγα ότι για να συμβή το υπέρτατο, πρέπει να έχουμε φτάση σε ένα συγκεκριμένο «ειδικό βάρος» στοχασμού. Λέω «ειδικό βάρος» γιατί ο στοχασμός είναι περισσότερο ζήτημα ποιότητας παρά ποσότητας.
- Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι όσο περισσότερο κανείς διαλογίζεται, τόσο αυξάνουν οι προϋποθέσεις για να «βαρύνη» ο στοχασμός. Τέλος, το ειδικό αυτό βάρος, αποκτιέται με το να στοχάζεται κανείς κάθε μέρα και με τον τρόπο που περιληπτικά περιγράψαμε παραπάνω.
- Θέλω τέλος να πιστεύω ότι θάρθη εποχή που το να είναι κανείς πεπεισμένος πως έχει ξεχωριστή ατομική ύπαρξη, θα θεωρήται επίσημα σαν ασθένεια και θα τυχαίνη ειδικής θεραπείας. Το να αμφιβάλλη κανείς γι’ αυτό, είναι δεκτό και σχετικά υγιές, αλλά το να είναι πια πεπεισμένος ότι η «ατομικότητα του είναι πραγματικότης, πάει πολύ και είναι ανησυχητικό.
- Σαν τελική προτροπή, θέλω να προσθέσω, πως όσο υπάρχει έστω και ελάχιστη αμφιβολία, πρέπει κανείς να στοχαστή μέχρι να εξαντλήση τις έσχατες δυνατότητες της νόησής του. Γιατί ο νούς που αμφιβάλλει αφίνει μεν τον δρόμο ανοιχτό, αλλά κρατά την Πραγματικότητα σε απόσταση.
Σημειώσεις
1.Ειλικρίνεια, αμεσότης, (ευθύτης), ηρωϊσμός, εγκαρδιότης, δικαιοσύνη, μεγαλοψυχία, αυτοσεβασμός, ευγένεια, προ πάντων παντελής περιφρόνηση του θανάτου κλπ., που θα αναπτύξω στο δοκίμιο: «Τέχνη του Ευγενούς». Θυμίζω ότι ευγενής σημαίνει γενναίος.
Αθήνα 1968
