ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ
«ΕΚΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ»
ΤΟ «ΕΝΑ» Ή «ΑΠΟΛΥΤΟ»
- Έκτη Διάσταση είναι μιά άλλη ονομασία για το «Απόλυτο» ή «Θεός»· μόνο που αυτή η ονομασία υπογραμμίζει την σχέση τού ανθρώπου με το απόλυτο, γιατί μέχρι τώρα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το απόλυτο σαν κάτι ξένο που έπρεπε να το πλησιάσουμε, ακόμα και σαν κάτι εστερημένον συνειδήσεως!.
- Σαν Έκτη Διάσταση τώρα, εννοείται ότι είναι μια κατάσταση της ανθρώπινης συνείδησης ή ακριβέστερα «Μετασυνείδησης» και σημαίνει πως ένας άνθρωπος ενώ μέχρι τώρα έβλεπε τον Κόσμο αγνοώντας την Υπέρτατη Αλήθεια, μπορεί πια να Τον βλέπει κάτω από ένα άλλο φως και μέσα από νέες δυνατότητες και επομένως με την αληθινή Του υπόσταση και μακρυά από κάθε πλάνη.
- Πρέπει τώρα να πω γιατί ωνόμασα την έκτη διάσταση «Ένα». Η λέξη Ένα εδώ είναι κυριολεκτική και έχει να κάνη με τον μηχανισμό και την αλήθεια αυτής τής Διάστασης, «Ένα» είναι αυτή τούτη η ουσία τού Απολύτου, κάτι Μονό, Άδυο, η κατάργηση των «δύο», η κατάργηση τής διττότητος.
- Η μεν κατάργηση τής διττότητος είναι κάτι που πετυχαίνει αρκετά ένας αγωνιζόμενος για την Αλήθεια από νωρίτερα, όταν καταφέρνει να ενώση τις αντιθέσεις μέσα στη Ζωή και να γίνη σοφός, πλην όμως και μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σε λειτουργία «άκαυτο σκέπτεσθαι» το ότι υπάρχει ακόμα έστω και μία μόνο απορία ή μια σκιά, σημαίνει πως υπάρχει ακόμα και αιτία για να λειτουργή το σκέπτεσθαι και επομένως η διττότητης ακόμα υφίσταται.
- Με την έννοια μεν της κατανόησης των πολλών αντιθέσεων μέσα στη Ζωή, έχει παύσει, αλλά – εξακολουθεί να υπάρχει με μόνη την έννοια ότι η σκέψη για να λειτουργήσει απαιτεί σκεπτόμενο και αντικείμενο σκέψης… Επομένως το σκέπτεσθαι λειτουργεί πριν ακόμα να έχη ανακαλύψη και κατανοήση την βαθύτατη ρίζα του.
- Εδώ (έκτη Διάσταση) πρόκειται για κατάργηση τής διττότητος πέρα από εκείνα που αφορούν την ζωή εξωτερικά, αλλά αφορά την ίδια την ρίζα των πραγμάτων· δηλαδή παύει να λειτουργή το σκέπτεσθαι, όταν πάλι λειτουργή αργ΄τοερα, λειτουργή έχοντας επίγνωση κάθε αλήθειας ή πάντως δεν είναι το ίδιο πράγμα που ήταν πριν.
- Είναι ένα σκέπτεσθαι βουτημένο στην Αλήθεια και μετά βγαλμένο απ’ Αυτήν και στάζει ήδη τούς χυμούς Της!. Οπότε και δεν είναι το ίδιο σκέπτεσθαι που ξέρουμε και που αγνοούσε την Αλήθεια, αλλά κάτι άλλο που τώρα ελέγχει τον εαυτό του και επομένως δεν του διαφεύγει καθόλου η γέννηση τής πλάνης μέσα στις Μορφές του.
- Ο Λόγος (πέμπτη Διάσταση) περιέχει το σύνολο τής Διττότητος στις δύο πιο ριζικές και αρχικές μορφές της, αυτές που στέκονται αφορμή να γεννηθούν όλες οι υπόλοιπες. Αυτές οι δύο αρχετυπικές μορφές είναι η ίδια η θεμελιώδης δυνατότητα τού σκέπτεσθαι. Η επαφή υποκειμένου και αντικειμένου, σκεπτομένου και σκέψης, παρατηρητού και παρατηρούμενου, ο πρώτος και ουσιώδης διχασμός τής Ολότητος.
- Γι’αυτό ο Λόγος η αρχική αυτή Τριάδα, που αποτελείται από τα δύο αυτά στοιχεία και την μεταξύ τους Σχέση (Λόγον), όπως πρωτοπαρουσιάζονται στην οντολογική παράσταση, είναι ο Δημιουργός τής Συνείδησης και άρα τού Κόσμου· αφού η Συνείδηση και Κόσμος, Νους και Παράσταση, είναι ένα και το αυτό.
- Αρχικά ως αγνή δυνατότης και έπειτα μετά την επιστροφή τής Συνείδησης από την ταλαιπωρία της μέσα στα στάδια τού πόνου και τής γνώσης, αυτός που ωθούμενος απ’την αποκτημένη πείρα ανακαλύπτει την αλήθεια τού ίδιου του τού εαυτού, διαλύει την πλάνη του και αυτοφωτίζεται. Έτσι κι αυτός ακόμα ο Λόγος, σχετικά με τα «περιεχόμενα» ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, υποχωρεί με σεβασμό και παραδίδει την κυβέρνηση τού ανθρώπου στον ίδιο τον Θεό, στο Ένα ή Απόλυτο, στο Ον. Μόνο μετά απ’αυτό είναι που μπορεί να ειπωθή το: «Ο Πατήρ και Εγώ εν εσμέν». Υπάρχουν πάντως περισσότερα επίπεδα βάθους σ’αυτήν την Ένωση, ωστόσο και μόνο το πρώτο τού υπερβατικού χώρου είναι αρκετό για την ολοκλήρωση τού Ανθρώπου.
- Μείναμε λοιπόν με Ένα πράγμα όλο κι όλο, χωρίς υποκείμενο, χωρίς αντικείμενο, δίχως Χρόνο ή Χώρο και δίχως Σχέση, επειδή απουσιάζει το «άλλο», χωρίς μέγεθος ή διάρκεια και με μια αίσθηση αμετρική, προ πάντων χωρίς εαυτό μ’όλη την σημασία τής φράσης, γιατί κι αυτός προυποθέτει δύο πράγματα, τον εαυτό και το άλλο που δεν είναι εαυτός, το δήθεν ξένο!
- Γι’αυτήν αίσθηση τής Ενικής Συνείδησης, άνθρωπος και συνείδηση, φαινόμενο και μη φαινόμενο, ψυχή και Σύμπαν, ορατό και αόρατο, Είναι Ένα και μόνο Ον, το ίδιο πάντα, και γι’αυτό ούτε καν Ον, μια και δεν υπάρχει τίποτα άλλο για να συγκριθή προς αυτό και να προσδιοριστή. Είναι απροσδιόριστο, απροσμέτρητο, πέραν συσχετίσεως.
- Απ΄το μικρό πράσινο σημειωματάριό μου με τίτλο «Αυτοεξάντληση», αντιγράφω μερικούς στίχους, που γράφτηκαν ως προόν μεταφυσικού εμπειρισμού σε σχέση με τις υπερβατικές διαστάσεις στις 08-01-1968,, και που μαρτυρούν την ακινησία των συνθηκών τής πλάης:
- «Ποτέ δεν γεννηθήκατε, είναι σφάλμα, Ποτέ δεν θα πεθάνετε γιατί δεν είστε γεννημένοι· Δεν υπήρξατε ποτέ, ούτε θα υπάρξετε κι ούτε θα αρχίση ή θα σταματήση ποτέ τίποτα για σας. Η γέννηση δεν είναι γέννηση! Ο θάνατος δεν είναι θάνατος! Δεν συμβαίνει τίποτα, σε κανέναν, πουθενά, και ποτέ!»
- Το Ένα βλέποντας πως το κάθε πράγμα είναι σχετικό και εξαρτημένο, δηλαδή συστημικό, έχει την αξίωση να βλέπη όλα τα πράγματα σαν υποκειμενικά, ότι συμβαίνουν μέσα Του ή πάλι όλα τα πράγματα σαν «αντικειμενικά», ότι συμβαίνουν Εκεί, μαζί και ο βλέπων.. Έτσι το αξίωμα είναι: «Όλα είμαι Εγώ» ή εξ ίσου, «Όλα είναι Αυτό»!
- Αυτή είναι η Ενική Αίσθηση. Κάθε τι που έρχεται μπροστά σ’αυτήν την αίσθηση, σαν ιδιαίτερο πράγμα, ένας λαγός, ένα δέντρο, ένα φύσημα, ένα περπάτημα, σταματούν εμπρός στο Ενικό βλέμμα και καθρεπτίζουν αμέσως το καθολικό Όν που υπάρχει πίσω τους.
- Γι’αυτό και παύει να τα βλέπη σαν τέτοια, γιατί από το μερικό οδηγείται αστραπιαία στο ολικό και τα πράγματα χάνουν την επίμονη ιδιαιτερότητά τους. Μέχρι που και η αίσθηση παύει να είναι αίσθηση, γιατί ποιός ο αισθανόμενος;
- Δεν υπάρχουν συγκριτικά για τίποτα. Για κάθε τι που βλέπει κάποιος, επικρατεί διαρκώς η φράση: «Δεν είναι βουνό, αλλά Αυτό», «Δεν είναι άνθρωπος αλλά Αυτό», «δεν είναι τούτο ή εκείνο αλλά Αυτό πάντα». Το κάθε τι δεν είναι ό,τι είναι όλα διαρκώς Αυτό και μόνο.
- Η απουσία τής «γνωστικής βάσης» (βλέπε: «Χρονοχωρική Ανατομία»), η αυθαιρεσία των χαρακτηρισμών, είναι όλα σχετικά κι αρχίζουν μ’ένα Έστω! Ισχύουν όλα ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις μόνο και όχι πραγματικώς πραγματικά, σαν αλήθειες καθ’ εαυτές. Είναι αξίες σχετικές. Έτσι που και η κίνηση δεν είναι κίνηση και η στάση δεν είναι στάση, αλλά πάντα Αυτό το Ίδιο, το Ένα πράγμα – Όν!
- Τι είναι κίνηση; Αν δω την κίνηση έξω απ’τα πλαίσια των αντίθετών της, που κι αυτά είναι σχετικά, χάνει το νόημά της σαν κίνηση. Όπως εξήγησα στα εισαγωγικά τής Πέμπτης Διάστασης, τού Λόγου, αλλά και στην «Ανατομία τής Αντίληψης», αναπτύσσοντας την έννοια όχι μόνο τής αντίθεσης αλλά και τής «Αντιταυτότητας» μέσα στο σκέπτεσθαι: Παν τι μεμονωμένον αδιανόητον εστί, και δεν γίνεται νοητό παρά μόνο σε σχέση του προς τα άλλα.
- H Ενική Συνείδηση έχοντας βαθειά και πλήρη επίγνως[αη αυής της σχετικότητας, βλέπει πίσω από το κάθε τι, αυτό το Ένα και ίδιο πάντα πράγμα, το ανεπίδεκτο προσδιορισμό, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι Μόνο Του, ασύγκριτο, γιατί στειρείται ενός Άλλου προς Το οποίο να σχετισθή και να προσδιοριστή ώστε να γίνει κτήμα τής γνώσης. Γνωρίζει ότι η «Συνείδηση» Του, και οι παραστάσεις της, ο Κόσμος, συνιστούν μια απέραντη Ταυτολογία!..
- Η διττότης, εξ ης και ο Κόσμος, είναι γέννημα τού Νου. Γι’αυτό η Γνώση που καταφέρνει να καταλάβη αυτή την Αλήθεια τού Νου, ωθείται να Το αποκαλή Θαύμα και όχι Πραγματικότητα με την έννοια που την είχαμε συνηθίσει. Έτσι όταν λέω πως βλέπει πάντα Αυτό το Ένα και ίδιο Όν, ένας που εισέδυσε σ’Αυτό, εννοώ πως και την παραμικρή στιγμή τής ζωής του αντικρίζει διαρκώς μπροστά του την Ολότητα, την Απόλυτη Ουσία, την Θεότητα.
- Θα κάνω τώρα μια σύγκριση – αντιπαράθεση ανάμεσα στον πρωτόγονο άνθρωπο και την θεότητα. Ο πρωτόγονος άνθρωπος μοιάζοντας πολύ με ζώο δεν έχει κατορθώσει ακόμα να αποσπάση κάποια αξιόλογη αυτοσυνείδηση και γι’αυτό ζη ανακατεμένος με το περιβάλλον. Αυτό σε ψυχολογική ορολογία τού Carl Jung αναφέρεται σαν «participation mystique» δηλαδή μυστική συμμετοχή. Αντιθέτως στο εντελώς άλλο άκρο, ο άνθρωπος – θεότητα έχει ξαναπετύχει το ίδιο ακριβώς πράγμα, να είναι δηλαδή ενωμένος, ταυτισμένος με το περιβάλλον και μάλστα όχι μόνο μ’αυτό που βλέπει, αλλά με το Σύμπαν ολόκληρο, μόνο που εδώ συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτή η συμμετοχή – μέθεξη είναι συνειδητή (participation consciente).
- Ίσως πρέπει να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος, σαν τέταρτο βασίλειο (ορυκτό, φυτικό, ζωϊκό, ανθρώπινο), είναι ζώο ατελές που βρίσκεται σε κατάσταση μετάβασης και γιἀυτό ακαταστάλακτο. Επειδή δεν βρίσκεται ούτε στο ένα άκρο τού ζώου, ούτε στο άλλο τού θεού, είναι διαρκώς σε προβληματισμό και σύγχυση. Ανάμεσα ακριβώς σ’αυτές τις δύο θέσεις που ανάπτυξα πριν, τού ανθρώπου – πρωτόγνου και τού ανθρώπου – θεότητος, είναι που διαδραματίζεται όλη η ανάπτυξη και εξέλιξη τής ανθρώπινης ψυχής. Απ’την ασυνειδησία στην απόλυτη συνείδηση. Πρώτα μεν όπως είπα είναι εντελώς μεμειγμένος με το περιβάλλον, μη έχων αποσπάσει αξιοσημείωτη αυτοσυνείδηση· αργότερα αποσπά αυτοσυνείδηση, αλλά αυτή η αυτοσυνείδηση τού αρχίζει να ανακατεύεται μ’αυτήν που είχε από ενόρμηση τού ενστίκτου, και γι’αυτό αρχίζει να διαπράττη πολλά σφάλματα και γκάφες από σύγχυση, τις οποίες και πληρώνει.
- Αναπτύσσεται διαρκώς μ’αυτόν τον τρόπο, στην αρχή επικρατώντας περισσότερο το ένστικτό, και σιγά – σιγά ερχόμενος σε κάποια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά τα δύο και σε μια μεγάλη πάλη (συμβολικά: Ηρακλής – Λέων Νεμέας). Αργότερα πάλι αρχίζει να επικρατεί περισσότερο η συνείδηση, μέχρις ότου να κρατήση ολοκληρωτικά και να πετύχη και πάλι την Ένωση και Ταύτιση με το Σύνολο που τώρα πια είναι συνειδητή. Αυτά τα τρία στάδια ακριβώς περνά η συνείδηση τού ανθρώπου: Από ασυνείδητος και τέλειος, περνά σε μια ενσυνείδητη ατέλεια και πάλι μετά σε μια ενσυνείδητη τελειότητα. Το δε ένστικτο που είναι ασυνείδητη ενόρμηση, μετουσιώνετα σε έμπνευση, που είναι ενσυνείδητη ενόρμηση. Η πρώτη ενόρμηση είναι υπό – συνειδητή, ενώ η δεύτερη υπέρ – συνειδητή. Πιο απλά: Ορμή κάτω απ’την νόηση και ορμή υπεράνω αυτής.
Η ΕΒΔΟΜΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
ΜΗΔΕ – ΕΝΑ, ΜΗΔΕΝ Ή ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ
- Μηδέν είναι η πλήρης διάλυση τής ιδέας ότι η Συνείδηση έστω και σαν Μονή, είναι πράγματι Συνείδηση και η αντίληψη τού γεγονότος ότι και αυτή δεν διαφέρει σε τίποτα απ’τα πολλά άλλα κοινά πράγματα. Π.χ. μπορεί κανείς να την παρομοιάσει μ’ένα δέντρο, ένα ζώο, ένα βουνό κλπ. Δεν την αναγνωρίζει δηλαδή σαν κάτι το ιδιαίτερο και την χαρακτηρίζει και αυτήν ως εξ ίσου αβεβαίωτη και απροσδιόριστη σαν καθ’αυτό πράγμα, όπως και όλα τα υπόλοιπα, σαν κάτι επίσης σχετικό. Όπου συνείδηση, πνεύμα κι ένα δέντρο, δεν διαφέρουν σε τίποτα, παρά μόνο σε υποθετική αυθαιρεσία.. Αφού δηλαδή πη κάποιος το πρώτο «Έστω» και βάλη τάξη σε πράγματα. Γι’αυτό και απουσιάζει η δυνατότης κάποιου στοιχείου, που αντιλαμβάνεται ή παραδέχεται ότι υπάρχεις κάποιος Κόσμος.
- Ακόμα η αντίληψη ότι η Συνείδηση, είναι επίσης ένα αντικείμενο εξ ίσου μυστηριώδες, απροσμέτρητο και ανεξερεύνητης υπόστασης και γι’αυτό ούτε συμβαίνον ούτε μή συμβαίνον. Οπότε ουδέν σχόλιο χωρά περί τού υπάρχειν και άρα το Ζην είναι «ανεπίδεκτο ερωτήσεως». Δεν έχει καμμιά απολύτως ανάγκη να είναι «κάτι», η Ζωή είναι απόλυτη, άγχρονη, αμέγεθη, αμετρική και προηγείται κάθε ανάγκης για εξήγηση. Είναι ένα ξαφνικό, μια έκπληξη, ένα θαύμα, όπου η τεράστια ταλαιπωρία και ανάπτυξη τής συνείδησης, δεν χρησιμεύει παρά για να δώση στο «Θαύμα», τη Ζωή, μια τεχνική δήθεν αυταίσθηση. Ότι δηλαδή η συνείδηση απαρτίζει απλώς μέρους τού τεχνικού σκελετού τής Ζωής, όπως το κλαρί είναι μέρος τού δέντρου.
- Η Συνείδηση, μικρή ή μεγάλη, δεν αναπτύσσεται παρά για να φτάση να αντιληφθή ότι το συνειδέναι είναι πλάνη, ότι το να νομίζει κανείς ότι πραγματικά – πραγματικά έχει συνείδηση, είναι μιά πλάνη· και εντελώς διαφορετικό το να ξαναρχίσει κάποιος να παίζη αυτό το δήθεν παιγνίδι τού Ζην, έχοντας επίγνωση τής αλήθειας αυτής. Τέλος αυτή η Μηδενική αίσθηση, είναι ένα ακαριαίο, συμπαγές και αιώνιο παρόν, με την έννοια ότι δεν κινείται καθόλοθ, ότι δεν ρέει καν στην πραγματικότητα (την δική Του), ότι είναι κάτι σαν δυναμική ή δημιουργική ακινησία.
- Άπαξ όμως και ειπωθή το πρώτο μεγάλο «Έστω», τότε όλα έχουν θέση και ορισμό βάσει τού νόμου που απορέει από το αρχικό Έστω(1). Αν ο πρώτος νόμος φαίνεται ίσως αυθαίρετος, όλοι οι παράγωγοι είναι ισχυροί από εκεί και κάτω. Τέλος και ο πρώτος νόμος (Λόγος – Συνείδηση) έρχεται σε ύπαρξη όχι αυθαίρετα, αλλά υπακούοντας σε άλλο νόμο αυθύπαρκτο και έμφυτο στην ουσία τού Όντος, αυτόν της ανυπέρβλητης ορμέφυσής Του, μιας αδήριτης κι αναπόδραστης ανάγκης, που Το ενορμά αναγκαία να γεννά φώς (Λόγον – Συνείδηση) (2). Αυτός ο πρό –αρχικός νόμος τής εμφύτου Ανάγκης, είναι τού επιπέδου εσωτερικής Οντολογίας.
- Ώστε λοιπόν και η πλάνη είναι υποχρεωτικό μέρος τού Είναι και άρα όχι ακριβώς πλάνη, μα μέρος ολικής λειτουργίας, και ώστε ακολουθεί ουσιώδες χαρακτηριστικό τού προσώπου τής Ζωής., διαμορφώνοντας το ένα μέγα σκέλος ανάμεσα στην έσχατη και υπέρτατη Μεγαλοτριαδική Σχέση μεταξύ Σχετικού και Υπερβατικού, εκδηλωμένου και ανεκδήλωτου Είναι και τής συνθετικής τους Σχέσης απ’την οποία πηγάζει η τελική αίσθηση – άρωμα τής Μηδενικής Συνείδησης τού Όντος, αλλά και ενός θεοθέντος ή Οντοθέντος Ανθρώπου.
- Το μεν Ένα ή Απόλυτο μιλά για μια πλάνη που την «αποδοκιμάζει». Το Μηδέν δεν αναγνωρίζει ούτε πλάνη ούτε Αλήθεια, καθώς δεν αναγνωρίζει και το Συμβαίνειν κανενός πράγματος. Το Ένα διαπιστώνει την απουσία των συγκριτικών δυνατοτήτων, πλην αναγνωρίζει ότι Κάτι συμβαίνει, έστω κι αν αυτό είναι μόνο Ένα! Το Μηδέν δεν αναγνωρίζει ούτε – ένα συμβαίνον (μηδέ – ένα), και προκύπτει απ’την εφαρμογή της δυνατότητας τής Ενικής Συνείδησης πάνω στον Εαυτό της τόν Ίδιο, οπότε και αίρει εαυτήν γεννώντας έτσι το Μηδέν.
- Αυτή η ύπατη ένωση τής μιάς κίνησης (Μονοδόνητο) με την δυνατότητα – πλαίσιο τού κινήσθαι της, είναι η ύψιστη συγκόλληση – σύντηξη τής σειράς των αρνητικών εκρήξεων (3), που καταργεί και την Μονάδα, το Ενικό πεδίο και φτάνει στην απόλυτη και δυναμική Ακινησία (Αδόνητο) τού Μηδενικού πεδίου, τής πρώτης και πραγματικής αιτίας – μήτρας τού Κόσμου Όλου.
- Μόνο μετά απ’αυτά είναι μπορετό να λάβη πλήρη και πραγματική ερμηνεία το: «ΩΜ ΑΜΙΤΑΓΙΑ» σούτρα τού Σιντάρτα Γκωτάμα, ενός φωτισμένου τού παρελθόντος, που λέει:
« Υπέρτατον Αξεδιάλυτον»
Μη μετράς με λέξεις το Απροσμέτρητο,
Μη βυθίζεις την βολίδα τής σκέψης στο απύθμενο!
Μην ερωτάς, ο ερωτών σφάλλει.
Μην απαντάς, και ο απαντών σφάλλει.
Μη λέγε τίποτα….
Σημειώσεις
Νυξ – Σπήλαιον – Φάνης (Λόγος – Συνείδηση)
Η Ανάγκη για Φως, αναλύεται στην «Οντολογική Δικαιολόγηση» και στην «Δικαιολόγηση τής Κινητικής Αρχής» σε προηγούμενα κεφάλαια τού Βιβλίου «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ».
Διαδικασία που αναφέρεται στην «Οντολογική Δικαιολόγηση», στο κεφάλαιο: «Πέμπτη Διάσταση» τού αναφερθέντος βιβλίου «ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ» τού 1967 – 68.
