- Μετά από σύντομη αλλά αρκετά συστηματική εισήγησή μου για το τι είναι πνεύμα, ο συνομιλητής μας στο κέντρο «ΣΤΟΑ», του Λυκαβηττού, δίνοντας μια δική του διατύπωση με πρόθεση υπεραπλοποίησης, είπε: Πως πνεύμα είναι «η επαφή με το άγνωστο».
- Αυτό αποδίδει κάτι, μόνο επειδή εσύ συμμετέχεις και αυτόματα προσθέτεις τα υπόλοιπα, επειδή θέλεις. Όμως από μόνη της η διατύπωση αυτή δεν ορίζει καν το πνεύμα.
- Η έκφραση αυτή έχει αξία μόνο αν ακολουθήση μετά από μια πιο επίμονη και αυστηρή ανάλυση, δηλαδή μόνο σαν αυθόρμητη λογοτεχνική ενίσχυση στα πλαίσια μιας απαιτητικής προσπάθειας προσδιορισμού του πνεύματος. Είναι απλά μια βοηθητική περίφραση, όχι ένας ορισμός, που θα πρέπει να παγιδεύη ασφυκτικά, τι το ίδιο το πνεύμα είναι.
- Η διατύπωση χαλαρώνει γιατί επιδέχεται περισσότερα από ένα υποκείμενα ορισμού, που ωστόσο τα άλλα δεν αναφέρονται απαραίτητα σε κάτι πνευματικό. Παραδείγματα: Κάθε επαφή του ανθρώπου με κάτι άγνωστο, μια πόλη, μια χώρα, μια νέα φίλη, μια νέα γνωριμία, μια νέα σκέψη ή γνώση, μια εμπειρία, ένα νέο βίωμα, μια καλή ή μια απλή τέχνη κ.λ.π., καθόλου αναγκαία και έγκυρα δεν εισάγει το πνεύμα. Ούτε καν η επαφή του ανθρώπου με το γενικό άγνωστο επιφέρει ή προϋποθέτει απαραίτητα το πνεύμα.
- Εκείνο λοιπόν και μόνο που φαίνεται κυριολεκτικά να ορίζη η σχολιαζόμενη διατύπωση είναι η «ανθρώπινη απορία» ή «ο θαυμασμός». Τώρα, κάθε μορφή απορίας που μπορεί να προκύψη, ασφαλώς δεν είναι κατ’ ανάγκη πνευματική. Μπορεί να είναι από περιέργεια μέχρι σάστισμα. Το σπανιώτερο θα ήταν να είναι πνευματική. Η απορία γίνεται πνευματική μόνο στην συνειδητή, αποφασισμένη, συστηματική, εναγώνια και κυρίως ικανή προσπάθεια του ανθρώπου να διεισδύσει στην ουσία του Είναι, του Όντος.
- Ο ορισμός που μπορώ να επιχειρήσω εδώ, ήδη δημοσιευμένος στις «Ανθρώπινες Σχέσεις» του Απριλίου 1978, είναι: Πνεύμα (Λόγος) είναι η Σχέση της ανθρώπινης ύπαρξης με το «ΕΙΝΑΙ». Σαν ΕΙΝΑΙ προσδιορίζεται το ανεκδήλωτο, αδημιούργητο, αγέννητο, αδιαφόριστο ακόμα «μέρος» του Όντος, όχι ο Κ΄σομος, το φαινόμενο που είναι σχετικότητα, αλλά αυτό που υπερβαίνει το Σχετικό, δηλαδή το Υπερβατικό ή ό,τι ονομάζω Αρχική Δυνατότητα. Σαν Ύπαρξη ανθρώπινη ορίζεται: «Η Σχέση του σώματος με το ΕΙΝΑΙ». Η διατύπωση εδώ για το πνεύμα είναι καθοριστική, γιατί δεν είναι δυνατή η σχέση της Ύπαρξης με το ΕΙΝΑΙ δίχως τη μεσολάβηση του πνεύματος.
- Όσο για τη σχέση της ανθρώπινης Ύπαρξης με το Πνεύμα – Λόγος, αυτή είναι η αυταισθησία της, η συνείδησή της. Επομένως πνεύμα δεν είναι η σχέση της προσωπικότητας με το ΕΙΝΑΙ, αλλά της ανθρώπινης Ύπαρξης με το ΕΙΝΑΙ. Η προσωπικότητα εδώ, ταυτίζεται με το σώμα και ειδικά είναι η σχέση του σώματος με τον νου του.
- Θα έμενε να ορίσει κανείς περισσότερο το Υπερβατικό, το ΕΙΝΑΙ, όμως το ΕΙΝΑΙ «ορίζει» και δεν ορίζεται. Η διείσδυση σ’ Αυτό γίνεται με τη βίωση, αισθαντικά, όχι με τη γνώση.
- Μετά από μια βίωση «Υπάρβασης», δηλαδή μιας εμπειρικής πρόσβασης της ανθρώπινης Ύπαρξης στο ΕΙΝΑΙ, όπου αυτοεξαντλείται, είναι δυνατή μια κάποια εξήγηση σε «σκέτο» γνωσιολογικό επίπεδο, ποτέ όμως δεν θα είναι αρκετή, ακριβής ή αληθινά μεταδοτή, παρά μόνο σαν πρόκληση – ερέθισμα για να γεννηθή, αν γεννηθή κι αν είναι ετοιμόγεννη η ύπαρξη του άλλου, η ίδια ακριβώς εμπειρία του ΕΙΝΑΙ μέσα στον άλλο αυτόνομα, αποκαλυπτικά. Δηλαδή δεν έχει ποτέ αξία σαν εξήγηση αλλά σαν μαιευτική πρόταση. Ίδια όπως μια αναπνευστική άσκηση ή κίνηση, που διευκολύνει την γέννα. Περισσότερη ανάλυση για το Υπερβατικό δεν μπορεί να περιληφθή στο μικρό αυτό σχολιαστικό δοκίμιο.
- Τέλος διέκρινα ωστόσο, πως ο συνομιλητής μου ένοιωθε τι ήταν το πνεύμα, όμως η επίμονη διατύπωσή του, για την οποία δεν δεχόταν αμφισβητήσεις, αποδεικνύει πως δεν ήξερε εξ ίσου…Γιατί άλλο βέβαια το «έννιωθε» και άλλο το «γνώριζε».
ΥΓ. 1
Το σχόλιο αυτό δεν θα είχε προκύψη αν ο συνομιλητής που αναφέρθηκε, δεν είχε επιμείνη εμφατικά πως η διατύπωσή του αποτελεί «λεξικογραφικό ορισμό», μη επιδεχόμενος μάλιστα καμμία κρίση – γνώμη εκείνη την ώρα, λέγοντας πως «όποιος απαντήση πριν το σκεφτή δύο – τρείς μέρες, θα είναι ηλίθιος» (επί λέξει: «Κόπανος»). Σεβαστήκαμε την σφοδρή εξ άλλου επιθυμία του, αφήσαμε να περάση λίγο διάστημα, και του απαντούμε γραπτά.
Σε επιεικέστερο επίπεδο η διατύπωσή του δεν θα είχε σχολιαστή, γιατί πλησιάζη βοηθητικά προς την αλήθεια κι ας μη την ορίζει.
Υ.Γ.2
Για την ολοκλήρωση της εικόνας του πνεύματος θα έπρεπε το λιγώτερο ως ειδοποιός διαφορά, η απέραντη ηθική διάσταση που είναι συμφυής με το Πνεύμα, σε σύγκριση με τον απλού νου, τον χωρίς μέθεξιν υπαρκτικής βιώσεως θίγοντα τα ζητήματα και ες αεί θεατήν μένοντα!
Είναι επίσης ανάγκη για την ολοκλήρωση φιλοσοφικά του θέματος για το τι είναι Πνεύμα, να θιγούν αναφορές – κρίσεις οντολογικής τάξεως, όπως π.χ. στο Σύστημά μου «Είναι και Τρόπος», το Πνεύμα «γεμίζει» την Πέμπτην Διάσταση και είναι τρίτο στην οντογεννητική σειρά από της Πρώτης Αρχής.
Αθήνα 9.4.1982
