1.Tο κείμενο που ακολουθεί, γράφηκε το 1968, τότε που και εκδηλώθηκε η εμπειρία αυτών των τελευταίων διαστασιακών πεδίων (6η και 7η Διάσταση). Ήμουν τότε μόλις 26 ετών. Σήμερα (1978) είμαι 36 ετών και έχουν περάσει δέκα χρόνια ανείπωτης έντασης ζυμώσεων.
2.Είναι λοιπόν επιθυμία μου να συγχωρηθή η ορμητική και ασυμβίβαστη πηγαιότητα της εποχής εκείνης, που μπορεί να μην υποχώρησε, αλλά πάντως προσαρμόστηκε στη γλώσσα μας ωριμότερης ηλικίας και με πρισσότερη επίγνωση και επιείκεια για τα ανθρώπινα προβλήματα.
3.Σκόπος εξ άλλου αυτού του κειμένου δεν είναι να επιτεθή στις γνωσιολογικές επιτεύξεις της ιστορίας της επιστήμης μας, πράγμα που με λίγο περισσότερη προσοχή θα το αντιληφθή κανείς μέσα στο ίδιο αυτό κείμενο, αλλά ήταν προ πάντων ηθικός, επιχειρώντας εξ άλλου να μεταβιβάσει μια γεύση των ριζικών αυτών πεδίων της ύπαρξης (υπαρβατικά), που δεν γινόταν με μόνη τη λογική και με ορθόδοξους τρόπους – γι’ αυτό εξ άλλου έχει τον υπότιτλο «Εμπειρική θέση του Μηδενός»
4.Το κείμενο αυτό εκπροσωπεί μιαν εποχή που βασιζόταν στην ελεύθερη βίωση ενός Είναι που αποκαλυπτόταν μόνο Του μέσα σ’ αυτή την βίωση πούχε την έφεση να το δεχθή. Η έφεση αυτή δεν ήταν άλλο από ώριμη ανάγκη.
5.Η επόμενη εποχή, ως την τωρινή, βασίζεται σε προσπάθεια προσαρμογής, σταδιακά, προς τον Κόσμο της Καταληπτότητας.
6.Είναι μια εποχή «καθόδου», μια αληθινή μάχη για την εξάντληση της Συνείδησης – μια και προτίμησα τον δρόμο της εξάντλησης της Συνείδησης (με την Συνείδηση) και όχι τον δρόμο της παύσης της Συνείδησης, με διάφορες ασκητικές μεθόδους και ευρήματα.
7.Ο λόγος είναι ότι είμαι Έλληνας με όλη τη βαθειά σημασία αυτού του επιθέτου(1) κι έχω να κάνω με το παρελθόν και τη νψυχολογική δομή του λεγομένου «Δυτικού Ανθρώπου», ένα παρελθόν με απαράμιλλη διανοητική ανάπτυξη.
8.Αρχικά το κείμενο, που ακολουθεί, γράφηκε σαν όγδοο κεφάλαιο ενός βιβλίου που τότε είχε τον τίτλο: «Επτά Διαστάσεις Συνείδησης και Φιλοσοφίας». Αργότερα ωνόμασα αυτό το βιβλίο (Συστηματική Πραγματεία) με τον τίτλο: «Είναι και Τρόπος» και θα δημοσιευθή ολόκληρο στο εγγύς μέλλον. Περιλαμβάνει: Οντολογία – Μεταφυσική, Γνωσιολογία, Ηθική, Αισθητική και Ασκητική.
(1)Βλέπε «Αέροπος» τεύχος 19, Δοκίμιο: «Λόγος περί Θανάτου», τέλος κειμένου μετά τις διορθώσεις, την Γενική παρατήρηση για το επίθετο Έλλην. Επίσης στο τεύχος 25, σελ. 18, τις «Ανησυχίες περί Ελληνικών ιδεωδών», στην στήλη «ΕΠΟΠΤΕΙΑ», παρ.6, αλλά και το όλο κείμενο εκεί.
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
I/VII(Ένα από τα επτά τμήματα)
ΕΒΔΟΜΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
- Δεν υπάρχει τίποτα. Ό,τι λέμε, ό,τι εξηγούμε, ό,τι βλέπουμε, είναι μέσα στο μυαλό μας. Κι αυτό συμβαίνει επειδή λέμε «μυαλό μας». Αν πάψουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει ο κάτοχος του μυαλού ή της συνείδησης, τότε παύουμε να περιορίζουμε το νου με τις απαιτήσεις μας ή να εμποδίζουμε την λειτουργία του με τις επιθυμίες του ανύπαρκτου κατόχου – όπως δεν εμποδίζουμε το σάλιο μας να βγαίνει κι όπως το δέντρο ούτε σπρώχνει ούτε εμποδίζει τον καρπό του.
- Τότε ο νους εξισώνεται με το σύνολο των φαινομένων και δεν εξέχει απ’ αυτά σαν παρατηρητής. Ο νους είναι τα φαινόμενα, παύει τότε η συνείδηση να αποτελεί κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί λείπει αυτός που θέλει και νομίζει πως μπορεί να επωφεληθεί τίποτα. Ο νους δουλεύει κι αυτός τότε σαν νάταν κάποιο λουλούδι απέναντι και γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα, επειδή αφαιρέθηκε το υποκειμενικό στοιχείο που καταγράφει και απορροφά συνείδηση για τους δικούς του σκοπούς.
- Τότε ο Κόσμος δεν υπάρχει ή ούτε και δεν υπάρχει γιατί επικρατεί το Μηδέν, το Κενό, η αγνή και μόνη αληθινή φύση μέσα στον άνθρωπο όπως και στα πάντα. Τότε άνθρωπος και Κόσμος δεν είναι δυο πράγματα κι ούτε καν Ένα, γιατί κανείς δεν μετράει πια.
- Κάθε χαρακτηρισμός είναι αυθαίρετος κι ανόητος όσο και μάταιος, γιατί χαρακτηρίζω σημαίνει περιορίζω και άρα μιλάω σχετικά κι όχι απόλυτα. Η ίδια η φύση του νου σαν γνώστου, είναι φύση σχετική, επιμεριστική, διαιρετική και γι’ αυτό όποτε κινηθεί σαν νους έναντι Κόσμου, κατ’ ανάγκη Τον διασπά από απόλυτο και ακέραιο σε σχετικό κι αναληθή.
- Άρα το «συνειδέναι» σαν συνειδέναι είναι πλάνη και είναι συνειδέναι όταν υπάρχει ο συνειδητοπιών. Όταν πάλι δεν υπάρχει ο συνειδώς, τότε δεν υπάρχει η συνείδηση που γνωρίζουμε. Ό,τι κι αν υπάρχει ή δεν υπάρχει, είναι πέραν τούτου, απροσδιόριστης, απροσμέτρητης κι ακατανόμαστης φύσης και αδύνατον να το γνωρίσουμε διότι δεν είναι γνώση.
- Γι’ αυτό δεν έχουμε κανένα δίκηο να λέμε τίποτα, να ορίζουμε, να θέτουμε ή να αρνούμεθα, γιατί δεν υφίσταται τέτοια δυνατότης από πουθενά κι αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια. Μόνο ο αμαθής νους πιστεύει ότι μπορεί να γνωρίζει κι ό,τι γνωρίζει δεν είναι ποτέ το Πραγματικό. Όταν δεν υπάρχει γνώση ή συνείδηση τότε υπάρχει το Πραγματικό!
- Η Αλήθεια «γνωρίζει» τον Εαυτό της «ιδίοις μέσοις», δηλαδή υπερβατικά και όχι σχετικά όπως είναι η γνώση ή η συνείδηση. Η συνείδηση μπορεί να πλησιάση στο Υπέρτατο μόνο αρνητικά, δηλαδή κατανοόντας βαθειά την ανόητη και ανεπαρκή φύση της για απόλυτη ύπαρξη και γνώση.
- Η γνώση δεν λειτούργησε για την γνώση, αλλά για την συνειδητοποίηση της Άγνοιας. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι η μόνη Σοφία.
- Εκείνο που κάνει την συνείδηση να είναι συνείδηση, είναι το υποκειμενικό στοιχείο με τον συσσωρευτικό μηχανισμό του και δίχως αυτό το στοιχείο είναι όσο και το σύνολο των φαινομένων, ανεπίδεκτη χαρακτηρισμού και πάντως όχι συνείδηση τέτοια που την ξέρουμε. Η συνείδηση είναι στην πραγματικότητα ένα αδιάσπαστο κράμα με την Ζωή, την Πράξη και τα “φαινόμενα”, όχι κάτι ξεχωριστό που συσσωρεύει σταθμίσματα για λογαριασμό του χώρια απ’ την Ζωή. Μια τέτοια συνείδηση ή αλλιώς Ατομικότητα, αποτελεί καρκίνωμα για την Ζωή. Η συσσώρευση υποδηλώνει φόβο, ο φόβος υποδηλώνει την ύπαρξη της Ατομικότητας ή Μονάδας και ατομικότητα σημαίνει άγνοια και δυστυχία
- Η Υπέρτατη Αλήθεια είναι «αυτό» που μένει όταν εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια για κατανόησή Της. Πάντως δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε παρά επειδή τουλάχιστον καταλάβαμε το ανέφικτο της γνωσιολογικής κατανόησης της Αλήθειας, επειδή καταλάβαμε ότι πραγματική κατανόηση είναι η Αλήθεια η ίδια και όχι η κατανόηση Της.
- Η Απόλυτη Αλήθεια είναι το «Πράγμα» καθ’ αυτό όπως αυθόρμητα αναγνωρίζεται, χωρίς κανένα επί πλέον χαρακτηρισμό.
Αυτή είναι η έννοια της Μηδενικής Διάστασης ή του Κενού, Κενού συνείδησης!
Αυτή είναι και η έννοια της «Υπερβατικής Σοφίας» που λυτρώνει οριστικά τον άνθρωπο από την άγνοια που άδικα τον αιχμαλώτιζε.
Τα δεινά του ανθρώπου που προέρχονται ακριβώς απ’ αυτήν την πλαναίσθηση, σταματούν οριστικά γιατί και ο ίδιος σταματά σαν Ατομικότης, που ήταν και η μόνη πλάνη. - Συνείδηση ή γνώση(1) είναι ό,τι απαρτίζει την Ατομικότητα ή Μονάδα. Η συνείδηση δίνει ύπαρξη στον έχοντα συνείδηση. Η συνείδηση που δεν έχει υποκείμενο δεν είναι συνείδηση αλλά κάτι αιώνια άγνωστο. Είναι από την φύση της σύγκρουση και εξάρτηση και γι’ αυτό ελευθερία και γαλήνη βρίσκονται μόνο πέρα (υπεράνω) απ’ την συνείδηση.
Όσο δεν κατανοούμε αυτό το γεγονός της ματαιότητας και ανεπάρκειας της συνείδησης, είμαστε οι υπαίτιοι και δημιουργοί της κάθε δυστυχίας μας. Γιατί η σύγκρουση, που είναι ο καρδιακός μηχανισμός της συνείδησης, το «RAISON D’ ETRE» δεν μπορεί παρά να οδηγεί και εξωτερικά πάντα σε σύγκρουση. - Η Αλήθεια είναι Μηδέν (Κενό).
Μηδέν είναι Κενό.
Μηδέν είναι Αδειότης.
Μηδέν είναι Κενός νους.
Μηδέν είναι Κενός εαυτός.
Μηδέν είναι όχι νους.
Μηδέν είναι όχι εαυτός.
Μηδέν είναι απόλυτος ρεαλισμός.
Μηδέν είναι Ευγενής Άγνοια.
Μηδέν είναι Ολοκληρωτική Αυτοεγκατάλειψη.
Μηδέν είναι Φυσικότης.
Μηδέν είναι Αμεσότης (ευθύτης).
Μηδέν είναι Ειλικρίνεια.
Μηδέν είναι Απόλυτη Αγνότης.
Μηδέν είναι Ευγένεια (Γενναιοψυχία).
Μηδέν είναι Γνησιότης.
Μηδέν είναι η ευθεία γραμμή.
Μηδέν είναι όχι – εαυτός όπως και νάχει. - Ο νούς πρέπει να διδαχθεί την Αλήθεια για να μην αντιστέκεται σ’ αυτήν και γιατί όποτε κανείς μπερδεύεται στην πράξη, ανατρέχει στον νου. Όταν ο νούς εκπαιδευτεί έτσι ώστε να μην γίνεται εμπόδιο και δισταγμός στην φυσικότητα του ανθρώπου-όπως ακριβώς συμβαίνει μ’ όλη την υπόλοιπη φύση, που δεν διστάζει και δεν φοβάται και δεν αγωνιά, αλλά είναι αφ’ εαυτού της – τότε η Φώτιση είναι δυνατή και η αγωνία και ο φόβος εξαφανίζονται οριστικά μαζί με κάθε είδους εξάρτηση.
- Ο Νούς μπορεί να εκπαιδευτή έτσι με το να προσπαθήση να κατανοήση την ίδια του την φύση, σ’ ένα πλήρες αυτογνωστικό ξετύλιγμα. Η δε φυσικότητα ισχύει τόσο για τις φυσικές πράξεις όσο και για τις νοητικές κι ακόμα για την πράξη της ηθικής εκλογής. Καθένας μπορεί να κάνει ό, τι νομίζει σωστό την κάθε στιγμή, αρκεί να μην διαμαρτύρεται ακόμα και γι’ αυτό, να μην προσκολλάται σε τίποτα και να δέχεται με την ίδια άνεση τις συνέπειες που ακολουθούν.
Ο νούς καθ’ εαυτόν δεν έχει τίποτα το βλαβερό. Εκείνο που τον κάνει βλαβερό, είναι που νομίζουμε ότι είναι ο δικός μας νούς που είναι ο εαυτός μας και που διαμορφώνει το μέλλον μας. Χωρίς αυτήν την ψευδή και προσκολλητική προέκταση, ο νούς είναι αγνός και αβλαβής. Ο φόβος και ο εαυτός τον κάνουν δεσμοφύλακά μας. - Υπάρχουμε σαν Ζωή και όχι σαν άτομα κι επειδή δεν υπάρχει το άτομο για να γνωμοδοτήση όπως το συμφέρει, είναι γι’ αυτό που η Ζωή, ο Κόσμος, το Είναι, δεν είναι ούτε πραγματικά ούτε ψεύτικα ούτε αμφότερα ούτε κανένα.
Απλώς να πάψουμε επιτέλους να σκεφτόμαστε με την έννοια να προσδιορίσουμε αυτό που είναι Απροσδιόριστο και Απόλυτο.
Αυτή είναι η εμπειρική διδαχή περί του Μηδενός (μηδενός ατόμου).
Αυτή είναι η εμπειρική διδαχή περί του Κενού (κενού συνειδησης).
Όσο για όνομα της Υπέρτατης Πραγματικότητας θα δεχόμουνα αυτό που δεν θαχει το αντίθετό του ή το διαφορετικό του. - Ο νους είναι ο μόνος μάρτυς των φαινομένων, κι αν τον ερευνήσουμε βαθύτερα δεν αργούμε να αντιληφθούμε ότι δεν είναι κι αξιόπιστος, είναι κι αυτός φαινόμενο, όχι πραγματικότης, και σαν φαινόμενο είναι κι αυτός ανεξήγητος κι απροσμέτρητος όσο και η υπερβατική πραγματικότης που τον περιέχει.
Επειδή μόνο η πραγματικότης είναι αληθινή, ο,τι «υπάρχει», είναι αυτή η ίδια και τίποτα άλλο ή διαφορετικό, γι’ αυτό τα πάντα είναι ακατανόμαστα και απροσμέτρητα όπως κι Αυτή η Υπέρτατη Αλήθεια. Μόνο Αυτή είναι και τίποτα άλλο.
Όταν την Ζήσουμε, τότε όλα μεταμορφώνονται σε Πραγματικότητα και γι’ αυτό όλα είναι ανεξήγητα και χωρίς ιδιότητα όπως κι Αυτή, η Υπερτάτη Αλήθεια. - Το Απόλυτο, το Κενό δεν είναι κάτι το μακρυνό, το θεωρητικό ή το μηδενιστικό. Αν το βλέπουμε έτσι είναι επειδή το βλέπουμε διανοητικά, με το νου μόνο, επειδή δεν το ζούμε.
Το Κενό, το Μηδέν, είναι ζωντανή πραγματικότης, είναι μπροστά μας, «μέσα κι έξω», την κάθε «στιγμή», είναι η Ζωή η ίδια στην πιο γυμνή κι αγνή φύση της.
Πρέπει να είμαστε απόλυτα φυσικοί χωρίς καμία προσπάθεια εκτός της αυθόρμητης. Η τεχνική προσπάθεια γίνεται πάντα απ’ την Ατομικότητα που πάντα βλέπει σε κάποιο κέρδος που ποτέ δεν είναι πραγματικά αναγκαίο. - Όσο για την γεύση του Κενού, είναι αυτό που μένει αμέσως μόλις σταματήσει κάθε τάσις ή προσπάθεια για ανεύρεση κάποιας λύσις ή ιδιόκτητης αλήθειας που να αποθηκευθή στον νου και να καλείται όποτε…Αυτό δεν είναι άμεσο ζειν. Αυτή η συσσώρευση – κι η γνώση είναι συσσώρευση – είναι η ίδια η φύση του εγώ, που αντιλαμβάνεται την φτώχεια κι ανεπάρκειά του και αντιδρά έτσι από φόβο.
- Η Ζωή δεν έχει ανάγκη να μην είναι, ώστε να μην είναι. Ο Κόσμος ουδέποτε πραγματικά εγεννήθη για να χρειάζεται να τον εξαφανίσουμε για την συνείδηση. Ούτε η συνείδηση ήταν ποτέ κάτι πραγματικό, με την πεισματάρικη έννοια που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το πραγματικό. Όλα αυτά τα λέει ο νους.
Δεν φέρω αντίρρηση ότι όσα βλέπουμε, είναι ό, τι είναι, αλλά είναι τέτοια που είναι αφ’ εαυτού τους, πριν μεσολαβήσει οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός και τα περιορίσει αυθαίρετα κι ανούσια. - Άλλο να ονομάζουμε κι άλλο να ξεχνιόμαστε και να κολλάμε στην λέξη σαν να ήταν αυτή η πραγματικότης. Είναι η άμυνα της λέξης που απόκτησε κι όλας οντότητα, που τρομάζει εκείνο που είναι πέρα απ’ τη γνώση και την μέθοδό της, κι άρα πέρα απ’ την οντότητά της. Η φτωχή λέξη φοβάται μην πεθάνει, θέλει να σταθεί και γι’ αυτό είναι πάντα νεκρή, όπως κι ο άνθρωπος που δεν εμπιστεύεται την σταγόνα του στον Ωκεανό της Ζωής και γι’ αυτό καταντά ένα άθλιο μικροσκοπικό πράγμα.
- Κενό, είναι το ήσυχο διάστημα ανάμεσα σε δυο σκέψεις, που όταν μείνουμε σ’ αυτό, προσπαθούμε αμέσως να ξεφύγουμε ή να το γεμίσουμε, γιατί μας κάνει να αισθανόμαστε χαμένοι, τιποτένιοι ή ηλίθιοι και βρίσκουμε πως αυτό δεν είναι καθόλου φυσικό, γιατί είμαστε τόσο μειονεκτικοί και ψυχικά ενδεείς, ώστε θέλουμε πάντα να πιστεύουμε πώς είμαστε κάτι ή κάποιοι. Προτιμούμε αλλοίμονο να είμαστε δυστυχείς, παρά να είμαστε τίποτα.
- Πρέπει να εξοικειωθούμε μ’ αυτό το Κενό. Να καταλάβουμε ότι αυτό είναι η οριστική αλήθεια που γυρεύουμε. Αυτή είναι η γυμνή και αγνή φύση μας πριν η σκέψη της αποδώσει και πάλι μια μάταιη ιδιότητα που ποτέ δεν είναι σωστή. Πρέπει κάποτε να εγκαταλείψουμε τον μάταιο και οδυνηρό αγώνα της αυτοκοροϊδίας και να εγκατασταθούμε σ’ αυτό το Κενό μέσα μας.
Μόνο τότε είμαστε γόνιμοι και δημιουργικοί, γιατί μόνο αυτό που δεν γεννηθεί, που δεν έχει πάρει μορφή, είναι ικανό να γεννά αιώνια. Αυτό που έχει μορφή που είναι κι όλας κάτι, που έχει γεννηθεί ήδη, δεν έχει πια καμία δημιουργική ικανότητα, είναι στείρο και νεκρό. Γι’ αυτό ό,τι κι αν λέμε κι αν κάνουμε, η κατοικία, η πατρίδα μας πρέπει νάναι πάντα το Κενό, που πρέπει να το αγαπήσουμε, ταπεινώνοντας ό,τι θέλει να εξέχει μέσα μας, για να βρούμε την ελευθερία και την γαλήνη. - Το Κενό αυτό είναι η «Ευγενής Μέση Οδός», όπως την αποκάλεσε ένας απαράμιλλης αρετής και σοφίας πρίγκηπας(3). Έχω την γνώμη ότι αυτό εννοούσε. Η Μέση Οδός δεν είναι άλλη απ’ αυτή του να στέκεσαι πάντα στο διάστημα που είναι ανάμεσα απ’ όλες τις σκέψεις, θέσεις και αντιθέσεις και έτσι να Ζης πέρα απ’ αυτές. Με δυό λόγια να υπερβής την σχετικότητα που είναι η Συνείδηση, ο νους σε κάθε εκδήλωση και να Ζης κατά τρόπο απόλυτο ή ολόκληρο, που σημαίνει να στέκεσαι ήρεμος και γαλήνιος «μέσα» στο Κενό, δρώντας πάντα αυθόρμητα κι αγνά, χωρίς δισταγμό, χωρίς υπολογισμό και χωρίς να προσπαθής να ξεφύγης ή να γεμίσης το Κενό για να στηριχθής κάπου κι έτσι να διαιωνίζης την Ατομικότητά σου, αιτία ατελείωτων πόνων και αθλιότητας.
- Κενό δεν σημαίνει μηδενισμός ή την ανυπαρξία του Κόσμου. Σημαίνει μόνο την ανυπαρξία του υποκειμένου και ως εκ τούτου την παύση κάθε συζήτησης περί Κόσμου. Επειδή δεν κινείται πια ο νους, ο Κόσμος παύει να υπάρχη για τον νου. Δηλαδή ο Κόσμος, η Ζωή, σταματούν να έχουν την παραμικρή χροιά. Η Ζωή καθίσταται τόσο άμεση τόσο έντονη τόσο εκστατική, που δεν μένει διόλου χώρος ή χρόνος ώστε να την καταφάσκη ή να την αρνείται κανείς. Είναι όλως δι’ όλου περιττό γιατί δεν αλλάζει τίποτα.
Έτσι ο Κόσμος αλλάζει από την υποκειμενική σκοπιά και γι’ αυτό σαν συνέπεια εξαφανίζεται και από την αντικειμενική. Και Απόλυτο είναι ακριβώς η Υπέρβαση της Τριάδας: Υποκείμενο – αντικείμενο – σχέση. - Από την σκοπιά του Απόλυτου (6η Διάσταση ΕΝΑ) βλέπει κανείς μόνο Ένα πράγμα και τίποτα άλλο. Ενώ απ’ την «σκοπιά» του Μηδενός ή Κενού, παύει να σκοτίζεται και γι’ αυτό το Ένα. Εδώ θα πρέπει ίσως να παρατηρήσουμε ότι στην Εναδική Διάσταση διατηρεί κανείς ακόμα κάποιο είδος Παγκόσμιας Ατομικότητας ή Συμπαντικής Οντότητας, ενώ στην Διάσταση του Κενού εξαφανίζεται κι αυτή η Εναδικότης – Ατομικότης σαν περιττή.
Τα πρωτόγονα θηρία ζούν στην υπέρτατη αλήθεια, μόνο φυσικά τελείως ασυνείδητα. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε την ευκαιρία και την δυνατότητα να Την Ζήσουμε «Συνειδητά», δηλαδή έχοντας επίγνωση της Χαράς Της. Κι αυτό είναι όλο κι όλο που προοριζόταν να προσθέση ο νους στην ζωϊκή φύση του ανθρώπου, την «επίγνωση» αυτού του ανεπίγνωτου Πράγματος που λέγεται Απόλυτη Ζωή. - Τελειώνοντας αυτό το κεφάλαιο, συνθηματικά σχεδόν, κυρύσσω πλήρη και άσπιλη Άγνοια. Μ’ άλλα λόγια επαναλαμβάνω τον Σωκράτη πούλεγε στα σοβαρά κι όχι στ’ αστεία, ότι δεν γνωρίζει παρά μόνο ότι αγνοή. Για να μην πω ότι κι αυτό ακόμα, «είναι πολύ». Κάποτε φάγαμε το «μήλο» απ’ το δέντρο της γνώσης το καλού και του κακού. Τώρα πια είναι καιρός να το εμέσουμε και να γυρίσουμε στον Παράδεισο!.
Σημειώσεις
1.Έννοιες ζευγών Αντιθέτων.
2.Ευγενής Άγνοια είναι αυτή στην οποία φτάνουμε όταν υπερβούμε την συνείδηση. Σε αντίθεση προς την αγενή άγνοια που βρισκόμαστε πριν καν βηματίσουμε τον δρόμο της γνώσης και της αυτοσυνείδησης. Η Ευγενής Άγνοια δεν υπόκειται πια σε μέλλουσα γνώση όπως η αγενής. Είναι κατάσταση οριστική έξω απ’ τον νόμο της εξέλιξης.
3.Sakyamuni.
II. Άφεση και Υπέρβαση
- Ο νούς που εγκαταλείπει, περιμένοντας να δη τι θα γίνει με το που εγκατέλειψε, εξακολουθεί να είναι ένας αυτοδιαιωνιζόμενος νους που επιζή προσπαθώντας να εκμεταλλευτή την ανυπαρξία του και άρα δεν εγκατέλειψε πραγματικά. Όταν ο νους εγκαταλείπη μένοντας με την απορία του ότι: «Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια και με το που εγκατέλειψα;» Σημαίνει πως η εγκατάλειψή του είναι τεχνητή και διανοητική μόνο. Τότε μόνο υπάρχει εγκατάλειψη όταν ο Άνθρωπος ολόκληρος αναγνωρίση ζωντανά ότι αυτή η Αδειοσύνη που μένει όταν εγκαταλείψη κάθε προσπάθεια για διάγνωσή Της, είναι η ίδια η Υπέρτατη Πραγματικότητα από φυσικού Της χωρίς καμμία κατανόηση από μέρους του νου.
- Μπορεί κανείς ακόμα και να διστάζη ή να προβληματίζεται για να αντιμετωπίση τις δουλειές του, αρκεί να μη διστάση ή να προβληματισθή.
Όλα είναι αυθόρμητα και φυσικά, αρκεί να μη θέλει κανείς δήθεν να τα διορθώση, το θέλει αυθόρμητα και πάλι είναι φυσικό και μπορεί να το κάνη χωρίς διαμαρτυρία.
Ό,τι και να κάνη είναι σωστό, αρκεί να μην διαμαρτύρεται, εκτός αν κι αυτό του αρέσει. Όταν επιτέλους δεν μπορεί να σταθή σε μια οποιαδήποτε πράξη του σαν τέτοια που είναι, είναι επειδή υπάρχει αυτό το μικρόβιο της Ατομικότητας που πάντα υπολογίζει και συμφεροντολογεί και είναι η νόσος της Ανθρωπότητας. - Το κενό δεν είναι κάτι χωριστό από τον Κόσμο ή εις αντικατάσταση προς τον Κόσμο. Το Κενό είναι ο Κόσμος, ο Κόσμος είναι το Κενό. Μόνο που εμείς τολμήσαμε αναιδώς να το ονομάσουμε Κόσμο, του δώσαμε την ιδιότητα να είναι Κόσμος και μάλιστα υπαρκτός, έχοντας κάποια ιδιαίτερη θέση και σημασία στην συνείδηση σε αντίθεση με άλλες ιδέες της. Η χροιά αυτή που απόδωσε η συνείδηση είναι αυθαίρετη, άχρηστη κι απατηλή.
Μόνο Κενό υπάρχει και το λέμε Κενό συμβατικά, για να συνενοηθούμε. Όταν δεν το λέμε, το Ζούμε σαν ό,τι κι αν είναι. - Άμα κανείς Ζήση την Πραγματικότητα, θα «καταλάβη» κάτι κι ο καημένος ο νούς, αν όμως θέλη να Την καταλάβη χωρίς να Την Ζήση, τότε κινείται μάταια και χωρίς καμμιά ελπίδα. Γιατί ο νούς, θέτων εαυτόν, αίρει την Πραγματικότητα. Κι αυτό είναι όλο. Ο νούς και αίρων εαυτόν, πάλι θέτει εαυτόν και άρα πάλι αίρει την Πραγματικότητα. Η άρση του νου δεν μπορεί να γίνη από τον νου, γιατί πάσα πράξη του τον διαιωνίζει και σκοτώνει την Πραγματικότητα.
- Η άρση του νου πρέπει να συμβή ξαφνικά και αυθόρμητα, προκαλούμενη από μιαν ανεπάντεχη, μυστική και ολοζώντανη εμπειρία που συμβαίνει στα τρίσβαθα της ανθρώπινης Ψυχής. Αυτή η εμπειρία όμως συμβαίνει απρόσκλητα και «παράλογα» ενόσω ο νους προσπαθή να καταλάβη τον εαυτόν του κι όχι την αφηρημένη έννοια Πραγματικότητας. Κι αυτό το λέω γιατί κανείς πιστεύοντας ότι η Υπέρτατη Αλήθεια έρχεται μόνη Της σαν απρόσκλητος επισκέπτης, μπορεί να θεωρήση ότι μπορεί να τεμπελιάζη και να αδιαφορή, αλλά τότε έχουμε ασυδοσία κι η στάση είναι απατηλή και μοιάζει με την αγενή άγνοια.
- Ο νους έχει μια δουλειά θετική να κάνη, να γνωρίση τον εαυτόν του. Κι ο εαυτός του δεν είναι μόνο ο «μέσα» του, αλλά κι όλο το δήθεν «αντικειμενικό» Φαινόμενο ή Σύμπαν.
Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν ο νους μπορεί να βρίσκεται διαρκώς σε αινιγματικό διαλογισμό γνωρίζοντας όλο και περισσότερο τον εαυτό του. Όσο μάλιστα προχωρά αυτή του η γνώση, πλησιάζει στην ανακάλυψη της αρχικής του ελαττωματικότητας. Αλλά και μετά την ανακάλυψη αυτή δεν έχει ακόμα πεισθεί στο βάθος. Γι’ αυτό ο διαλογισμός πάνω στο Παγκόσμιο αίνιγμα συνεχίζεται και σε κάποια φάση αυτής του της αυτό – ωρίμανσης είναι δυνατό, αναπάντεχα, ξαφνικά, άχρονα κι άχωρα, να αναπηδήση το υπερβατικό φως, της Αλήθειας και να μας λούση με την χάρη του. - Τότε και με τέτοιες συνθήκες μόνο, είναι δυνατό να «συμβή» η μυστική αυτή εμπειρία στο έσχατο βάθος της ύπαρξής μας και να μα λυτρώση οριστικά απ’ την άγνοια και την δυστυχία, με μια λέξη την ανθρώπινη αυτοδέσμευση.
Η Εμπειρία αυτή είναι ανέκφραστη και ακατανόητη και πάντως πρέπει να κατέβη και να Ζήση μέσα στο αίμα και στο σώμα μας κι όχι να μείνει σε κάποιο πνευματικό ή ψυχικό επίπεδο. Γι’ αυτό εξ άλλου την λέμε εμπειρία κι όχι αποκάλυψη ή σύλληψη ή κατανόηση και τα παρόμοια.
III Επικοινωνία – Ένωση
- Οι «άλλοι», οι αφώτιστοι, δεν υπάρχουν. Εμείς είμαστε οι άλλοι και γι’ αυτό είναι δική μας ανάγκη να φωτισθούν. Όσο και ένας ακόμα δεν Ζη την Αλήθεια, δεν υπάρχει παγκόσμια Φώτιση. Αυτό από εναδική σκοπιά. Από μηδενική σκοπιά, ούτε εμεί ούτε οι άλλοι υπάρχουν, αλλά μόνο το «ζωντανό Κενό» κι Αυτό φυσικά Άδειο από ύπαρξη ή ανυπαρξία.
- Κι επειδή έτσι έχει το πράγμα, γι’ αυτό χωρίς καμιά αιτιολογία το τριαντάφυλλο μοσχοβολά χωρίς να το κάνει σκόπιμα και το φως φέγγει εξ ίσου άδολα και χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι αυτός που Ζει την απόλυτη Αλήθεια, δεν μπορεί παρά να την ακτινοβολή και να την εκπέμπη όπου κι αν βρίσκεται, κι αυτό δεν χρειάζεται μεταφυσική φιλοσοφία για να το αποφασίση κανείς. Δεν μπορεί παρά να γίνεται εκείνο που είναι να γίνεται.
Η αληθινή Φύση μέσα στο κάθε τι, παρακινεί και παρορμά από μόνη Της και γι’ αυτό κάθε φιλολογική συζήτηση με σκοπό να εκλέξη κανείς τι είναι σωστό να κάνη, υποδηλώνει εκφυλισμό αυτής της στοιχειώδους ικανότητας. - Η Φώτιση, η Σοφία και η διάδοσή της ή όχι, πρέπει να θεωρούνται αυστηρά με τους ίδιους όρους που βλέπουμε και κάθε άλλη φυσική διαδικασία ή λειτουργία. Κανείς δεν είπε ποτέ σ’ ένα δέντρο πώς να μεγαλώση ή αν πρέπει να βγάλη ένα κλαδί προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά.
Ο άνθρωπος απατάται αν νομίζη ότι είναι ξέχωρος απ’ αυτόν τον φυσικό νόμο. Όλα όσα συμβαίνουν μέσα του, που τα θεωρεί τόσο δικά του, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την φυσική ωρίμανση ενός οποιουδήποτε καρπού μέσα στην Φύση.
Και τα δέντρα αρρωσταίνουν καμιά φορά… Η παροδική αρρώστια του ανθρώπου είναι αν νομίζη πως είναι χωριστός από την Φύση ή το Σύμπαν.
IV Ελευθερία
- Το να υπερβούμε τον νου δεν σημαίνει ακριβώς το σταμάτημα της σκέψης, γιατί και η άρνηση της σκέψης είναι μια άλλη μορφή σκέψης εξ ίσου αιχμαλωτιστική. Σημαίνει απλώς να αφαιρεθή το υποκείμενο απ’ την σκέψη δηλαδή ο σκεπτόμενος. Αυτό γίνεται αν αφήση κανείς τον νου του τέλεια ελεύθερο να σκέπτεται όπως, όποτε και ό,τι θέλει.
Όταν λείψη ο σκεπτόμενος τότε κι η σκέψη παύει να είναι αυτή που ξέρουμε γιατί πια δεν παθαίνεται από τις επιθυμίες, τις αγωνίες και τα συμφέροντα του σκεπτόμενου. Δηλαδή παύει να έχη εκείνο το πάθος που χαρακτηρίζη όλες τις πράξεις του εαυτού.
Ο νους ανταποκρίνεται ευθέως στους φυσικούς κι αυθόρμητους ερεθισμούς της Ζωής σαν να ήταν (και είναι) ένα μ’ αυτούς. Κι αυτό είναι η Σιγή του νου ή η υπέρβαση του νου. - Ο νους κάνει την δουλειά του φυσικά κι αυτόματα όπως όλα μέσα στη Φύση, κι αυτό επειδή δεν είναι ο δούλος κάποιου υποκειμένου ώστε να υπηρετή τα μάταια συμφέροντά του, αλλά πραγματικά ελεύθερος να ακολουθή την ίδια του την φύση.
Μ’ αυτή την έννοια, του «χωρίς υποκείμενο», ο νους όσο και τα πάντα, είναι το ίδιο το Κενό, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει πια κανείς για να τα χαρακτηρίση ιδιαίτερα. Κι αυτή είναι η Ζωή σ’ όλη της την Ελευθερία και την γυμνή της Πραγματικότητα. - Πάνω σ’ αυτή την Θέση δεν μπορώ να δόσω καμιά ηθική προτροπή εκτός απ’ αυτήν της Αυτόγνωσης και απελευθέρωσης της Ζωής «μας» από τις πλάνες που την δεσμεύουν. Και τούτο γιατί κάθε ηθική ή απαξία είναι επίσης μια δέσμευση, μια εξάρτηση και συνταύτιση, πράγμα που δίνει συνέχεια στην ατομικότητα είναι το μόνο ανήθικο στοιχείο μέσα στην Φύση, λόγω ακριβώς του εγωϊσμού της.
Έπειτα η ηθική αξία είναι ένα υποκατάστατο του αληθινού ανθρώπου και εφευρέθηκε επειδή ακριβώς ο άνθρωπος έπαψε να είναι αληθινός και γνήσιος.
Η μόνη ηθική είναι η ίδια η ζωντανή Αλήθεια μέσα στον άνθρωπο όποια κι αν είναι. Κι ένας άνθρωπος που την πραγματοποιεί και είναι έτσι ελεύθερος και γαλήνιος στο βάθος, δεν έχει κανένα λόγο να θέλει το κακό κανενός, ακριβώς επειδή έχει σβήσει σαν άτομο. Και αυτή, η υπέρβαση του ατόμου, είναι η μέγιστη αρετή. - Μόνο τότε μπορεί να ανθίση η πραγματική και χωρίς καμιά ιδιοτέλεια Αγάπη, απ’ την αγάπη που αυθόρμητα κι αυτόματα έχει η Ζωή για την Ζωή. Η Αγάπη αυτή είναι σαν τον Κενό Χώρο που είναι απέραντος, καθαρός και περιέχει τα πάντα χωρίς διάκριση. Επειδή όλα είναι Ένα και Ένα είναι όλα και γι’ αυτό ούτε Ένα, γιατί ποιος θα μετρήση ποιόν, αφού κανείς δεν μένει απέξω για να μετρήση ή να πιστοποιήση «αντικειμενικά»!
- Μόνο η Ατομικότης το κάνει αυτό επειδή ξεχωρίζει τον εαυτό της από τα άλλα, ενώ υποκείμενο και αντικείμενο ήσαν πάντα Ένα και δεν υπήρξαν ποτέ χώρια. Γι’ αυτό και η Ατομικότης που μαρτυρά για τον Κόσμο, ξεχνά πάντα τον εαυτό της απ’ έξω και για τούτο δεν βλέπει ποτέ την απόλυτη ολότητα, ποτέ την ακέραιη Αλήθεια και γι’ αυτό πλανάται αιώνια.
- Είναι γι’ αυτό που Κηρύσσω Άγνοια, επειδή όπως θα δείξη η βαθύτερη σπουδή των ανωτέρω, ο νους, η Ατομικότης, στερείται ολότελα την ικανότητα για απόλυτη γνώση της Υπέρτατης Αλήθειας κι αυτό είναι γεγονός που μπορεί οποιοσδήποτε να διαπιστώσει αν εξαντλήσει τον νου του πάνω στο αίνιγμα της Ζωής.
Ο νους είναι σε θέση να γνωρίση όλα ανεξαίρετα όσα βρίσκονται μέσα στην Σχετικότητα, όχι όμως και Αυτό που είναι πέρα απ’ αυτήν. Σχετικότητα, είναι όλα όσα υπάγονται στον νόμο της αιτιότητας και εξαρτώνται το ένα από το άλλο, που είναι σε σχέση μεταξύ τους, που αρχίζουν το λιγότερο απ’ το Δύο. Μπορεί κάποιος να Ζήση αυτήν την Απόλυτη Αλήθεια όταν εγκαταλείψη κάθε ίχνος Ατομικότητας, ανθρώπινης ή Θείας, διαπιστώνοντας όλα αυτά μέσα του και γνωρίζοντας αυτό που αποκαλή εαυτόν του. Αυτή η ΑΓΝΟΙΑ ή αλλοιώς ΑΓΝΟΤΗΤΑ, είναι η Αγάπη. Αυτή είναι και η απόλυτη Αλήθεια. Όσο υπάρχει πίστη στην ατομική ύπαρξη, δεν υπάρχει ούτε Αγάπη ούτε Αλήθεια.
V Ασκητική
- Θα δόσω τώρα μια σειρά από ειδικά και περιεκτικά αινίγματα πάνω στα οποία να συγκεντρώνεται ο νους και να ασκείται προσπαθώντας να τα λύση. Αν τα λύση είναι ικανά να τον κάνουν να ξεπεράση τον εαυτό του και να ελευθερωθή. Όμως αυτός που θα προσπαθήση, αξιώνεται να λύση τα αινίγματα πέρα για πέρα, μη επιτρέποντας και την ελάχιστη αμφιβολία να εγερθή κατά των λύσεών τους. Οι λύσεις πάντως που θα δόση πρέπει να προέρχονται απευθείας από διαπιστώσεις της προσωπικής του πνευματικής εμπειρίας κι από πουθενά εξωτερικά, αν δεν εξακριβώνονται μέσα του.
- Αίνιγμα 1ο (BIG BANG): Αν το Σύμπαν όλο προήλθε αρχικά από μιαν υπερμεγέθη διάπυρη ηλιακή μάζα, όπως είναι πολύ πιθανό, η οποία εξεράγη και προώθησε μέσα στον χώρο τα αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, τότε αυτή η ίδια η διάπυρη σφαίρα, από πού μπορεί να προήλθε;.
- Αίνιγμα 2ο: Αν για να έχω Συνείδηση χρειάζομαι πάντα το «παιχνίδι» μιας Τριάδας, ο βλέπων (υποκείμενο), το θέαμα (αντικείμενο) και η μεταξύ του σχέση (Λόγος)·τότε αν ξαφνικά μου αφαιρέσουν τα δύο απ’ τα τρία και μείνω με ένα , τι μπορώ να κάνω; Κι αν τέλος με το ένα, βρεθώ σε μια κατάσταση άγνωστη ως τώρα, τι μπορεί να συμβή αν ξαφνικά μου πέση και το ένα πούχε απομείνη, και το χάσω; Τι γίνεται με την Συνείδηση σ’ αυτές τις περιπτώσεις;
- Αίνιγμα 3ο: Τελειώνει ο Χώρος πουθενά ή δεν τελειώνει; Αν έχει αρχή, έχει και τέλος. Εκείνο που ήταν πριν να αρχίση, υπάρχει μεταξύ τέλους και αρχής και επομένως εδραιώνει συγχρόνως και το τέλος του. Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα, τότε αν τρυπήση κανείς το (τοίχωμα) τέρμα του Χώρου, τι υπάρχει «απ’ έξω»; Δηλαδή: «Που μέσα;, βρίσκεται ο Χώρος;
Αν πάλι ο Χώρος δεν έχη τέλος, τότε δεν έχη κι αρχή, γιατί αν είχε θάχε και τέλος., αλλά αν δεν έχη ούτε τέλος ούτε αρχή, τότε πως είναι δυνατό να υπάρχη; Κι αφού λοιπόν δεν υπάρχει αντικειμενικά, τότε τι είναι αυτό που το νομίζουμε για Χώρο και επομένως και ό,τι χωρά μέσα σ’ Αυτόν;
Το ίδιο ακριβώς αίνιγμα ισχύει και με αντικείμενο τον Χρόνο. Οπότε όπου χώρος θέσε χρόνος και επαναλαμβάνεται ως έχει. - Αίνιγμα 4ο: Στη θέση αυτού του «δέντρου» απέναντι θα μπορούσε να είναι μόνο τίποτα, άρα το δέντρο είναι· αλλά και το τίποτα παραμένει στην θέση του μια και είναι τίποτα. Άρα το «δέντρο» και είναι και δεν είναι. Η ανυπαρξία του του είναι απαραίτητη για να είναι, γιατί μόνο μέσα στο τίποτα μπορεί να είναι. Το τίποτα ασφαλώς είναι Ένα. Άρα Ό,τι είναι μέσα σ’ αυτό και δι’ αυτού, είναι Ένα μόνον. Και γι’ αυτό ούτε Ένα, επειδή κι αυτό υπάρχει μέσα στο τίποτα, και επειδή δεν υπάρχει το άλλο.
- Αίνιγμα 5ο: Τι θα συμβή αν για λίγα λεπτά συγκεντρωθούμε με έντονη εγρήγορση στην ακόλουθη άσκηση; Να επιδοθούμε δηλαδή στο να αφαιρούμε κάθε χρονικότητα ή χωρικότητα απ’ όλες μας τις σκέψεις; Με άλλα λόγια μόλις αντιληφθούμε έκταση ή διάρκεια στις νοητικές μας παραστάσεις, να τις αποσυμπλέκουμε. Δηλαδή να προσπαθούμε να αφαιρέσουμε απ’ αυτές κάθε έκταση και χρόνο ή εν συνεχεία να μην αφήνουμε τον χρόνο και τον χώρο να αναμιγνύονται μεταξύ τους δηλαδή να επιχειρήσουμε να σκεφτούμε μόνο με χρόνο ή μόνο με χώρο. Προσοχή όμως γιατί και ο χρόνος έχει έκταση και ο χώρος έχει διάρκεια… Αυτό θα μας κάνει να πειραματιστούμε από κοντά το πόσο σφιχτοδεμένοι είμαστε και τα προβλήματά μας απ’ αυτά τα δυό στοιχεία σε διασταύρωση. Και μάλιστα δεν υπάρχει ούτε ένα πρόβλημα που να μην έχει τις ρίζες του στον Χρονόχωρο.
- Αίνιγμα 6ο: Αν ο κενός Χώρος είναι Τίποτα, πως είναι δυνατό να περιέχη κάτι; Πως γίνεται το κάτι να υπάρχη μέσα στο τίποτα και διά μέσου του τίποτα και να μην είναι κι αυτό επίσης τίποτα;
Με τα αινίγματα αυτά, αγαπητοί αναγνώστες, θέλω να κάνω, αν είναι δυνατό, φανερή την σχετική υπόσταση του νου σαν φαινόμενο. Γι’ αυτό θεωρώ πως πρέπει να αφήση κανείς τον νου ελεύθερο να δουλεύη όπως όλα τα φαινόμενα, χωρίς να του δίνη πια ιδιαίτερη σημασία.
Στο δεύτερο ή ηθικό μέρος του βιβλίου, του οποίου το κεφάλαιο είναι η απαρχή, προτίθεμαι να δόσω κι άλλα αινίγματα μαζί με άλλους ποικίλους πρακτικούς τρόπους που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήση για την πραγματοποίηση της Απόλυτης Αλήθειας ή της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης – επιθυμία που με κάθε τρόπο θέλω να παρακινήσω.
Επίσης οι αναγνώστες, καταγινόμενοι με ένα τέτοιο αίνιγμα θα ανακαλύψουν κατ’ ανάγκη μεγάλη σειρά από παρόμοια αινίγματα.
Αθήνα 1968
