Λόγος Περί Θανάτου

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ
«Τις οίδεν ή το ζείν μεν έστι κατθανείν ή το κατθανείν ζήν»
Ευριπίδης (Βάκχαι)

Απομαγνητοφώνηση από ομιλία του Γ. Δραγώνα στις 5/3/993 στη Σχολή Φιλοσοφίας του Όντος

Η αποφώνηση έγινε από τον Γ. Κυριακάκο και την Α. Λυμπεροπούλου που είχε και τη συνολική επιμέλεια σύνταξης του κειμένου(τελευταία επιθεώρηση απ’ τον Ομιλητή. Ο Ι. Βασιλάκης έκανε τη λήψη και παρεχώρησε τις ταινίες.

Πρόσωπα του διαλόγου: Ι. Κυριακάκος: Δοκιμιογράφος (στο κείμενο σύντμ.=Κυρ.) Γ. Δραγώνας: Στοχαστής-Ρήτωρ (στο κείμενο συντμ.=Δρ.)

  1. Κυρ.: Η ουσία είναι στο «αισθάνομαι», στο «μπορώ», στο «δύναμαι», δεν είναι στο «θέλω». Το «μπορώ» και το «θέλω» δεν ταυτίζονται. Έχω ζήσει έντονα, όμως ο τρόμος του θανάτου πάντα υπάρχει. Ο θάνατος όμως δεν είναι η ομορφιά.
  2. Δρ.: Φοβάται κανείς τον θάνατο, όσο έχει θεμέλιο και έρεισμα στη διατήρηση της έννοιας του εαυτού του. Στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα που φοβάται το θάνατο, δεν είναι εκείνο που ποτέ δεν πεθαίνει, αλλά εκείνο που περιέφραξε αυτό που δεν πεθαίνει. Αυτό που ανησυχεί και που θα ήθελε να ζήση, είναι το μόνο που οφείλει να πεθάνη ήδη όσο κανείς ζη· αυτό είναι που διαμαρτύρεται και φοβάται τον θάνατο· το ίδιο που δεν ώφειλε να είναι εκεί, διότι ασχημονεί ενώπιον της Ομορφιάς και της Αλήθειας· αποτελεί ένα είδος ηθικού θορύβου. Δεν υπάρχει «αμαρτία» που να μην είναι θεμελιωμένη στο «εγώ». Είδες κανέναν που θυσιάζει τον εαυτό του να προκαλή βλάβες και προβλήματα; Είναι δυνατόν ένας που δεν νοιάζεται για τη ζωή του, να ορμήση, να αρπάξη, να κλέψη, να σκοτώση; Κάποιος που δεν φοβάται δεν έχει λόγο να τα κάνη όλα αυτά.
  3. Κυρ.:Εγώ νοιάζομαι για τη ζωή μου, αλλά δεν αποκήρυξα την άποψη μου. Προτίμησα το θάνατο. Όχι όμως ότι δεν φοβόμουνα το θάνατο, απ εναντίας τον έτρεμα.
  4. Δρ.: Έχεις δει μερικά ζώα που τα αρπάζει ένα άλλο και μετά από μια τελείως φυσιολογική και ενστικτώδη αντίδραση και διαμάχη μήπως ξεφύγουν, κάποια στιγμή γλυκά παραιτούνται, ενώ δεν είναι ακόμη πεθαμένα. Δεν είμαι εναντίον της φυσικής άμυνας, γιατί θεωρώ ότι υπάρχει ένας αγώνας, ένα ένστικτο με το οποίο η ζωή συνεχίζει να υπάρχη. Θα ήταν λάθος να μην κινητοποιούμε τη στοιχειώδη δυνατότητα να αποφύγουμε ένα κίνδυνο· η ψυχική άμυνα, όμως, είναι κάτι διαφορετικό.
  5. Αναμφίβολα με συγκινεί η υπαρξιακή και η προσωπική σου ειλικρίνεια. Δεν θα γελούσα με όποιον φοβάται, αντίθετα η όποια αξία έχει δείξει ένας άνθρωπος είναι επειδή φοβόταν και παρ’ όλα αυτά δεν λύγισε. Σε μια κρίσιμη στιγμή ο καθένας θα φροντίση να προφυλαχθή, γιατί η προστασία είναι μια μορφή υγείας της φύσης, είναι η αντι-εντροπική δύναμη της ζωής, η οποία ανθίσταται στη φθορά, μέχρι να διαπιστώσει ότι είναι αναπόφευκτη. Ό,τι ήδη ζη προωθείται στο να υπάρχη συνεχώς. Αν υποθέσουμε ότι εσύ δίνεις στο σώμα τη ζωή-και όχι ότι η ζωή ανήκει στο σώμα-ακριβώς επειδή του τη δίνεις αυτό αμυνόμενο προσπαθεί να την προστατέψη.
  6. Είπες Γιάννη, ότι ο τρόμος του θανάτου σε διακατέχει. Είναι σίγουρο ότι ο θάνατος είναι η πιο βαθειά ουσία των πραγμάτων. Το αν ο θάνατος είναι κάτι το φοβερό, εξαρτάται απ’ τους επιθετικούς προσδιορισμούς που του δίνει ο καθένας. Αντιθέτως θα έλεγα ότι μπορεί να είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, ίσως το μόνο θετικό· άλλωστε κάπου γράφω ότι ο θάνατος είναι αγάπη. Ας μην συζητήσουμε όμως κατευθείαν το τελευταίο κι ας εξετάσουμε πρώτα «τεχνικά» ζητήματα της σκέψης.
  7. Δεν είναι ο θάνατος αυτό που φοβάσαι γιατί δεν τον έχεις γνωρίσει, άλλωστε καμιά αλλαγή στη φύση δεν είναι τόσο αφύσικη ώστε να την φοβάται κανείς. Μη ξεχνάς ότι κάθε μέρα αλλάζεις, δηλαδή το χθες σου έχει πεθάνει· αλλάζεις ακόμα και όταν κάνεις μια καινούργια σκέψη. Θέλει ηρωϊσμό, γενναιοψυχία η αλήθεια ή θα λέγαμε ότι κανείς βλέπει τόση αλήθεια, όση αντέχει. Κάθε φορά που προχωράς σε μια αλήθεια, κάποιες άλλες αλήθειες που εκκόλαπτες πολύτιμα μέσα σου, πεθαίνουν, ηττώνται.
  8. Τους θανάτους τους ζούμε μέρα, νύχτα. Κανείς δεν διαμαρτύρεται, καθώς τον παίρνει ο ύπνος, γιατί αποκοιμήθηκε· το μόνο που ήξερε είναι απλώς η γνώση ότι θα ξυπνούσε ξανά, κάτι που δεν είναι και απόλυτα βέβαιο. Συνήθως κοιμώμαστε με την ιδέα ότι θα ξυπνήσουμε και τα σκεπτόμαστε αυτά εν όσω είμαστε ξύπνιοι.
  9. Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε τον θάνατο, αλλά δεν ξέρουμε και τι άλλα (φαινόμενα) μπορεί να συμβαίνουν. Δεν μπορείς και δεν έχεις το δικαίωμα να φοβάσαι το θάνατο αυτόν καθεαυτόν, γιατί εκείνο που πραγματικά φοβάσαι είναι η απώλεια της ζωής, του γνωστού.
  10. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πλησιάση κανείς το ξεπέρασμα του θανάτου και θα μπορούσα να πω, ότι όλες τις επόμενες σελίδες της ζωής μου θα μπορούσα να τις αφιερώσω μόνο σ’ αυτό, δεδομένου ότι όχι άδικα η Φιλοσοφία δεν είναι παρά μελέτη θανάτου (Πλάτωνος «Φαίδων»). Η λύση του μυστηρίου του θανάτου λύνει και όλα τα υπόλοιπα προβλήματα. Μόνο για όποιον κατέβη στον Άδη και σκοτώση τον Κέρβερο υπάρχει η Ανάσταση· δεν μπορείς ν’ αναστηθής χωρίς να πεθάνης.
  11. Κυρ.:Ο Άγιος Ιουλιανός λέει: Η μνήμη θανάτου είναι το υπ’ αριθμόν ένα ερέθισμα να περάσης την όχθη(με διαλογισμό δηλαδή).
  12. Δρ.: Έχω διαπιστώσει ότι υπάρχουν τρεις μνήμες ενότητας στη ζωή, καθώς και μια πανάρχαια. Μια είναι η αρχική ενότητα του κόσμου-με την προϋπόθεση ότι χρησιμοποιούμε σχετιστικούς χρονικούς προσδιορισμούς-πριν από οποιαδήποτε απόφαση του για εκδήλωση, απόφαση οντολογική, ορμέφυτη. Όλοι κάπου στα τρίσβαθα της ιστορίας μας-μια και είμαστε η τελευταία λέξη της όποιας πράξης του δράματος του Όντος-έχουμε μέσα μας την ανάμνηση των πάντων, έχουμε δηλαδή την μνήμη της αρχικής τελειότητας, της αρχικής ακεραιότητας, εκείνου του κάλλους που αργότερα διεσχίσθη. Αυτό το γνωρίζει κάθε ύπαρξη γι’ αυτό και νοσταλγεί.Επομένως τίθεται το ερώτημα: Πως θα μπορούσες να νοσταλγήσης κάτι που δεν ήξερες ποτέ; Η έντονη αναζήτηση ενός πράγματος-όχι σαν σπαστική αντιδραστική επιθυμία-ο βαθύς αυτός νόστος που παρουσιάζεται και επιβεβαιώνεται μέσα στην Ιστορία, στην Μυθολογία, αποδεικνύει την ύπαρξη της Θεότητας ή την ύπαρξη της Ομορφιάς, της Τελειότητας, της Αθανασίας. Πως είναι δυνατόν αυτό το ανθρώπινο ον να αποζητά κάτι που δεν είχε ποτέ, τη στιγμή που καμμιά επιθυμία (ανάγκη) δεν προηγείται της συναίσθησης ελλείψεως της!(βλ. του ιδίου: «Προέλευση της Μεταφυσικής Ανάγκης»).
  13. Η μόνη γνώση που έχουμε, είναι αυτό που λέμε συγκεκριμένη μνήμη ή σκηνική μνήμη, κι έχω διακρίνει πολλά είδη μνήμης, κάπου δεκάεξι. Γνωρίζουμε πολλά που δεν είναι συνειδητά, γι’ αυτό και η αλήθεια είναι Α-λήθη ή γι’ αυτό, όταν την βρίσκεις μοιάζει με ανάμνηση. Ο Πίνδαρος στα Χρυσά Έπη, με την παλιά Ορφική παράδοση, λέει: “Ο μανθάνων επί της γης ξαναθυμάται, ο δε μανθάνων εν ουρανώ(δλδ εν πνεύματι) βλέπει”.
  14. Όταν κανείς έχει μια έμπνευση ή ανακαλύπτει μια αλήθεια αισθάνεται ένα γρήγορο φτερούγισμα της καρδιάς, την ταραχή και τον αιφνιδιασμό ενός “Εύρηκα”. Η ανακάλυψη φέρνει πάντα μια χαρά μαζί της, και αν μια τόση δα σπίθα έμπνευσης και αλήθειας προκαλεί τόση χαρά σ’ έναν άνθρωπο ώστε να ξεφωνίζη όπως ο Αρχιμήδης σκέψου τι φέρνει όλη η Αλήθεια μαζί. Όταν βρίσκεις την Αλήθεια δεν λείπει τίποτα γιατί είναι συνυφασμένη με το αίσθημα της ευδαιμονίας, της πλήρωσης!
  15. Ο μόνος τρόπος να αναγνωρίζει κανείς την Αλήθεια, είναι το αίσθημα της Αρμονίας και Ελευθερίας που εισπράττει αμέσως. Η Αλήθεια αποδεσμεύει ενέργεια, που ήταν πριν σκλαβωμένη και η δυστυχία απομακρύνεται. Η Αλήθεια δεν χρειάζεται υποστήριξη, γι’ αυτό και όταν κάποιος την ακούει, ενδομύχως γνωρίζει ότι “ταύτα αληθή είναι”, σύμφωνα με την παλιά έμφυτη λανθάνουσα αλήθεια μέσα του!
  16. Η θύμιση της ιστορίας της κληρονομιάς μας ή της όποιας προύπαρξης και αν είχαμε δεν λειτουργεί σαν συγκεκριμένη σχολική γνώση, αλλά σαν προδιάθεση. Για παράδειγμα αν κάποιος είχε εμπειρίες τέχνης, εμφανίζει μια καλλιτεχνική τάση. Δεν είναι δηλαδή η γνώση της χρήσης ενός πινέλου ή κοπιδιού, που κάνει κάποιον καλλιτέχνη, αλλά η καλλιτεχνική του προδιάθεση. Επομένως επανεγγράφουμε βαθειά στο σώμα μας, ιδιότητες που έχουμε αποκτήσει και τις αναπτύσσουμε.
  17. Τα κριτήρια που δομούν την βεβαιότητα της ανακάλυψης της Αλήθειας, σαν την αντικρύζεις, δεν είναι πάντα συνειδητά. Είπαμε πρίν, ότι η Αλήθεια μοιάζει με ανάμνηση, δλδ κάτι που γνώριζες δυνητικά, έρχεται η στιγμή που μπορείς να το ατενίσεις ενεργητικά και συνειδητά. Εκείνη τη στιγμή είσαι η Αλήθεια, επικοινωνείς με τον εαυτό σου, παράγεις την αυταισθησία σου σε βάθος και στην κάθε λεπτομέρεια.
  18. Η έκφραση που είπα πριν πως «δεν υπάρχει Αλήθεια χωρίς Ον» χρειάζεται κάποια ανάπτυξη, θα προσθέσω όμως και κάτι ακόμη. «Αλήθεια είναι η άρση του αρχέγονου ελλείμματος. Αλήθεια υπάρχει μόνο για το Ον, σε σχέση μ’ αυτό, γιατί μόνο αναγκαιότητα υπάρχει και όχι τύχη. Σχέση ίσον Ον. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν η σχέση είναι αναγκαία και όχι στιγμιαία ή περαστική» (σημ. 14/5/92). Επίσης: «Ον ίσον ανάγκη. Αλήθεια ίσον Ον. Αλήθεια ίσον ανάγκη. Αλήθεια λοιπόν ίσον οντολογική ανάγκη». Άρα η βάθυνση της οντολογίας προσεγγίζει αντίστοιχα το βάθος, την ποιότητα και την σαφήνεια της αλήθειας. Ώστε αυτογνωσία και στη συνέχεια οντογνωσία, είναι ό,τι αποκαλύπτει την ανάγκη και την περιγράφει ως αλήθεια.
  19. Η εξωτερική ζωή είναι απλά για την εκγύμναση, εκπαίδευση του ανθρώπου, που τον οπλίζει για το σκοπό του “κατ’ αλήθειαν ζην”· εννοώ τη μάθηση που γυμνάζει αρκετά τον νου, ώστε να καταφέρει να ζήσει κάποτε κατ’ αλήθειαν.
  20. Κάπου γράφω: «Αλήθεια είναι αυτό, που θέλω», όπου βέβαια το «θέλω» δεν είναι οποιουδήποτε, αλλά ενός όντος απολύτως καθαρού· αρκεί το «θέλω» να ταυτίζεται με το συνειδητά αναγκαίο, που συμπίπτει με το Ον. Η αλήθεια δεν υπάρχει εξ αντικειμένου, επομένως αυτό που θέλω, δεν μπορεί να είναι άλλο από αυτό που έχω ανάγκη.
  21. Το να είσαι σημαίνει να βλέπης, να οράς. Το Είναι πράττει αυτό που είναι, δηλαδή αυτό που είναι ως ιδιότητα. Δεν χρειάζεται να γνωρίζη τι είναι για να το κάνη, είναι αυτό που κάνει.
  22. Όταν δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «είναι» και στο δραν, τότε δεν υπάρχει χρόνος και χώρος. Αυτό σημαίνει ότι η χωροχρονική δημιουργία είναι η καρδιά όλων των προβλημάτων. Τα προηγούμενα συνδέονται με την σκέψη ότι όταν δεν μπορείς να συμπυκνώσεις μέσα σου το χρονοχώρο τότε αυτός σε ελέγχει και σε περιέχει. Το αληθινό Ον, δεν έχει χρόνο για το χρόνο, δηλαδή δεν σπαταλά χρόνο για να ασχοληθή με το χρόνο. Το Ον έχει χρόνο μόνο για τον εαυτό του, πράγμα το οποίο ισούται με την ίδια την αρχική δυνατότητα πριν από την εκδήλωση.
  23. Δεν πρόκειται κανείς να βρει μια αλήθειαν που δεν έχει, αλλά θα αφυπνίσει κάτι που πάντα είχε και ουδέποτε τον εγκατέλειψε. Το πρόβλημα που έχει ο κάθε άνθρωπος δεν έγκειται στο ότι δεν έχει μιαν αλήθεια-γιατί δεν θα ζούσε αν δεν την είχε, εφ’ όσον από εκεί πηγάζει η ζωή του, όπως πηγάζουν όλα αφού πρόκειται για ζωντανό πράγμα και όχι για ιδέα-αλλά στην απόσταση, στη διαφορά δυναμικού ανάμεσα στον καθρέπτη έκφρασης και συνείδησης που έχει και στην όντως δυνατή αλήθειαν που μπορεί να επέλθει στο συνειδητό ή αλλιώς διαφορά ανάμεσα στο ελάχιστο εκείνο που μια συνείδηση γνωρίζει ή εκφράζει και στην όντως υπάρχουσα Αλήθεια μ’ όλο το μέγεθος, την αξία και την ποιοτική ουσία της. Η διαφορά αυτή πιέζει τον άνθρωπο-χρεώστη, σαν πιστωτής που τον κυνηγάει να του εξοφλήσει το γραμμάτιο και ότι και να πετύχει, του θυμίζει διαρκώς ότι δεν αρκεί, με αποτέλεσμα από τη στιγμή που γεννιέται και για πάντα, φέρει μαζί του ένα ανικανοποίητο.
  24. Μετά από κάθε φορά που βρίσκεις κάτι ή λύνεις ένα πρόβλημα, το ανικανοποίητο εμφανίζεται και πάλι. Όσο αυτό εμφανίζεται σημαίνει ότι έχεις ακόμα ταξίδι, ότι έχεις ακόμα δρόμο. Όταν μάλιστα τελειώσει ο δρόμος, τότε αυτό το ανικανοποίητο το έχεις μόνιμα, όμως τότε δεν αναζητάς τίποτα (απλώς ενεργείς σαν να είσαι το απόλυτο Ον και τίποτα άλλο). Το Ον έτσι και αλλιώς ποτέ δεν στέκεται στον προηγούμενο εαυτό του, γιατί η φύση του είναι να είναι όχι να ήταν, γιατί είναι αυτό που συνεχώς είναι κάτι άλλο. Είναι κάτι που δεν μπορεί να το συλλάβει η ανθρώπινη σκέψη, η οποία λειτουργεί μέσα σε πολύ καθυστερημένους χρόνους και ταχύτητες. Το Ον τίθεται ολόκληρο ανά πάσα στιγμή και ποτέ δεν είναι καμιά στιγμή: είναι όλος ο Χρόνος.
  25. Η όλη αντίληψη, τα ελλείμματα, οι επιπλοκές που έχουμε μέσα μας μπορούν να επιδεχθούν μια χρονική ανατομία. Τα ελαττώματα χρόνου που μπορώ να ανακαλύψω επάνω σας, μπορούν να απολογηθούν για όλα όσα λείπουν και όλα όσα σας πρέπουν στο μέλλον. Με ελάχιστες παρατηρήσεις και τη μέτρηση της δυναμικής των λειτουργικών ταχυτήτων σας, μπορώ να ξέρω τι σας περιμένει για δέκα χιλιάδες χρόνια. Κάπου μάλιστα έχω εκφράσει και πολύ απλά αυτή την εξίσωση ως εξής: «Η πίεση της ειμαρμένης πάνω στον άνθρωπο, είναι ίση με το υπόλοιπο της χρονικής ενέργειας που δεν είναι συμπυκνωμένη μέσα του, ή με τη διαφορά της ταχύτητας του πρώτου επιπέδου του καθαρού είναι και της ταχύτητας-καθυστέρησης με την οποία αυτός κινείται και ζη. Δηλαδή η διαφορά δυναμικού του κεφαλαίου χρόνου που ξεφεύγει απ’ την ύπαρξη του-όταν δεν είναι συμπαγής, πλήρης και παρών, αλλά διαιρεί το ολικό μέγεθος σε πριν και μετά, παρελθόν και μέλλον-είναι που προκαλεί το απόθεμα και την κατεύθυνση της πίεσης της ειμαρμένης, δηλ. της «μοίρας» του. Η ταχύτητα άρα που του λείπει επιστρέφει κυκλωτικά και συγκρούεται μαζί του· ό,τι δεν προλαβαίνει, οδηγεί τις επιλογές του με παραμορφωτική παρέκκλιση και τον απομακρύνει από την Αλήθεια».(Εξίσωση Πεπρωμένου 5/91).
  26. Θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση σχετικά με το χρόνο-χώρο: επειδή ο χώρος είναι μορφή, παραλλαγή του χρόνου. Δηλαδή χρόνος ίσον χώρος, δεν διαλαμβάνεται ιδιαιτέρως στα παραπάνω αλλά εξυπακούεται αυτονόητα ότι χώρος=χρόνος: όχι απλά συνδέονται και συνδράμουν φραστικά σε ένα συνεχές, αλλά αποτελούν ταυτότητα και τελικά σε υπερβατική υπερσυμπιεσμένη μορφή, είναι τούτο το Ον(Time=Being).
  27. Επιστρέφοντας στα προηγούμενα μπορούμε να καταλήξουμε σε μια εξίσωση: «Αν c∞ είναι η υπέρτατη ταχύτητα(απόλυτη), cⁿ είναι η τρέχουσα περιστασιακή ταχύτητα μιας ανθρώπινης συνείδησης και Μ είναι η Ειμαρμένη, το αντιπεπονθός, η Μοίρα, τότε: Μ= c∞- cⁿ.
  28. Η δυναμική που απαιτείται να αναπτύξη ένας άνθρωπος, είναι αυτή που ασυνειδήτως θα τον οδηγή, είτε το θέλει, είτε όχι, δηλαδή, ό,τι σου λείπει θα σε σπρώχνη. Παρόμοιο είναι αυτό που έγραφα ότι όσον αφορά στην εξέλιξη και τον άνθρωπο, πρόκειται για σχέση έλλειψης προς ακεραιότητα, η οποία εκφράζεται με το αίσθημα του ανικανοποίητου.
  29. Η προέλευση των επιθυμιών και των βουλήσεων(που δεν είναι, παρά επιθυμίες συνειδητοποιημένες σε επίπεδο νοήσεως) είναι ανεξήγητη. Γιατί έχουμε μια αντίδραση θετική σ’ ένα πράγμα; Γιατί έχουμε ευαρέσκεια ή απαρέσκεια σε κάτι άλλο; Τα διάφορα ελλείμματα που συσσωρεύονται με συγκεκριμένη σειρά και πίεση, οι εμπειρίες, που προηγούνται ή έπονται παράγουν μια συγκεκριμένη επιθυμία που μπορεί να είναι η πρώτη ένδειξη, για την πορεία μιας ανθρώπινης συνείδησης. Ο μόνος τρόπος όμως για ν’ ακολουθήση κανείς αυτή την πορεία είναι να έχει ανοιχτή την πόρτα της αγωνίας!
  30. Η αγωνία είναι εκείνο το στοιχείο μέσα μας, εκείνο το ραντάρ που ποκλείεται να λαθέψη ως προς την κατεύθυνση του στόχου. Ουδείς, ποτέ, εν τραύματι ευρισκόμενος, αδυνατεί να καταλάβη τι τον ωφελεί και τι τον βλάπτει· αν του βάλης μια λάθος αλοιφή στο τραύμα, θα τιναχθή στον αέρα, ενώ η σωστή θα επιφέρη ανακούφιση. Δεν μπορείς να βλέπεις, χωρίς να πονάς. Ο πόνος είναι ο Διόνυσος, γιατί μόνο μέσω αυτού μεταμορφώνεσαι. Μην ξεχνάμε ότι όλες οι διονυσιακές ιστορίες, μεταξύ αυτών και του Ιησού και του Όσιρι, δεν είναι παρά μια τραγωδία ακόμα, όπου παντού υπάρχει κατακερματισμός, θυσία.
  31. Επιστρέφουμε στη συζήτηση για το θάνατο. Σε αντιπαράθεση με κάποιον που τον χαρακτήρισε ως τρομερό, θα έλεγα πως μόνο αυτός έχει μέσα του την ομορφιά και την αγάπη. Μπορεί, άραγε, να υπάρξη η αγάπη χωρίς θάνατο; Μπορεί να υπάρξη η ομορφιά χωρίς θάνατο; Αν δεν πεθάνη κάτι μέσα σου, πως θα δώσης κάτι; Μπορεί να υπάρξη ομορφιά, αν εσύ παραμένεις και υπάρχεις, αφού εσύ ο ίδιος με ιδιάζουσα θρασύτητα κάθεσαι πάνω στην ομορφιά και την ασχημαίνεις με τη μικρότητα, τη μικροψυχία και τη μυωπία σου; Ο εκάστοτε λέω άνθρωπος που μέσα στο μικρό κόσμο του θέλει να κηλιδώση την ομορφιά αυτής της τελειότητας;
  32. Τι είναι αυτό, επιτέλους, που κάνει το θάνατο τόσο φοβερό; Μήπως είναι ακριβώς το σημείο που κάνουμε ένα βηματισμό ζωής για πρώτη φορά; Μήπως κάθε φορά που πεθαίνεις δεν είναι που προχωράς και που κινείσαι; Όποτε άλλαξες, όποτε εμπνεύστηκες κάτι που άξιζε, πρώτα κάτι πέθανε μέσα σου, το χθες, το αύριο, ένας δεσμός, μια δέσμευση, μια αιχμαλωσία, μια επιθυμία που εγκαταλείπεις για να γεννηθή στη θέση της μια άλλη ανώτερη.
  33. Η ζωή είναι συνεχής θάνατος, όπως ο μεταβολισμός των κυττάρων, όπως όλα. Γιατί έχετε την εντύπωση ότι ο θάνατος είναι το αντίθετο της ζωής; Υπήρξε ποτέ ζωή χωρίς θάνατο; Είναι πράγματι ο θάνατος κάτι διαφορετικό από τη ζωή;
  34. Όσο πιο γρήγορα πεθαίνεις, τόσο πιο απόλυτη γίνεται η ζωή σου. Εμείς λέμε εδώ ότι ζούμε κι εγώ σας λέω πως κοιμόμαστε όρθιοι. Λειτουργούμε σχεδόν με εκμηδενισμένη συνείδηση, είμαστε ολίγον οργανικώτερες πέτρες απ’ τις κοινές πέτρες, και ισχυριζόμαστε ότι καταλαβαίνουμε και έχουμε συνείδηση.
  35. Κάτι που ζη πραγματικά, είναι ο ήλιος. Πεθαίνει κάθε χιλιοστό του δευτερολέπτου, αλλά παράγει συνέχεια κάτι άλλο· μπορεί και γεννάει φως, ακριβώς γιατί πεθαίνει. Μια στιγμή να αντιστεκόταν στο θάνατο, θα είχαν σκοτεινιάσει τα πάντα, και η καρδιά σου θα σταματούσε.
  36. Μην θεωρείτε λοιπόν το θάνατο, σαν κάτι το δήθεν φοβερό. Είναι η μόνη ελπίδα και δεν αναφέρομαι μόνο στο φυσικό, αλλά σε σ’ οποιονδήποτε θάνατο, σ’ όλα τα επίπεδα. Αν δεν ξέρεις να πεθαίνεις, δεν είναι δυνατόν να ξέρης να ζης γιατί δεν πρόκειται για δυο διαφορετικά πράγματα· θανατοζωή είναι η ζωή. Τώρα που ανέπτυξα κάποια θερμοκρασία, η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα, δηλαδή η φθορά μου, ο θάνατός μου είναι ταχύτερος τότε που και η ζωή μου είναι ταχύτερη. Όσο πιο έντονα ζω, όσο ευρύτερα, πλουσιώτερα, εμβριθέστερα, τότε ο θάνατος μου είναι ταχύτερος.
  37. Ποιός μας είπε ότι ο θάνατος είναι από τη μια μεριά και η ζωή από την άλλη? Σε ποιά δυαδική λογική τα βρήκαν χωριστά? Όλα αυτά δεν είναι παρά τα φαινόμενα μιας ζωής, γιατί δεν υπάρχει κάτι έξω από τη ζωή, δεν υπάρχει, το απολύτως άλλο. Η ζωή και ο θάνατος δεν είναι παρά το “συν” και το “πλην” μέσα σε ένα Ον που είναι συνπλήν.
  38. Οι σκέψεις αυτές που κάνουμε, πηγαίνουν πιο μακρυά από τις θεωρίες των μετενσαρκώσεων, οι οποίες είναι λαϊκίστικες. Άλλωστε, και αν υποθέσουμε ότι περιέχουν ψήγματα αλήθειας, αυτά δεν είναι παρά πρόσκαιροι εφησυχασμοί, γιατί το πρόβλημα του θανάτου, το έχεις και εδώ και μετενσαρκωμένος και παντού. Οι θεωρίες αυτές τονίζουν την αίσθηση της συνέχειας, αλλά η συνέχεια είναι ο θάνατος. Η ικανότητα να πεθαίνης σημαίνει αναγέννηση, αναδημιουργία. Η Αθανασία δεν βρίσκεται στη διάρκεια, η διάρκεια είναι μια ανθρώπινη έννοια, είναι η συνέχιση του προηγούμενου, η προσπάθεια ενός ήδη πεθαμένου πράγματος, στατικοποιημένου να συνεχίσει να υπάρχει, αναδύοντας οσμή σήψης. Η ζωή όμως είναι μια συνεχής, ολοκληρωτική αναδημιουργία. Ο Ήλιος δεν χρησιμοποιεί το παλαιό, το προηγούμενο υδρογόνο-ήλιο για να σε φωτίσει, το έχει κάψει και σου γεννάει άλλο για να σε φωτίση. Ο,τιδήποτε λάμπει, παράγει συνέχεια μια κατάσταση, μια δράση, μια ενέργεια που είναι πάντα καινούρια, γιατί αν δεν ήταν, δεν θα κατόρθωνε ούτε να σε ζεστάνη, ούτε να σε φωτίση. Εκείνο που πάλιωσε σημαίνει ότι βαδίζει ήδη στον οριστικό του θάνατο και πριν εντελώς πεθάνει ψελλίζει όλ’ αυτά περί ζωής και δήθεν συνέχειας.
  39. Όλοι εμείς που προσπαθούμε να υποστηρίξουμετη συνέχεια, συνεχίζουμε τη βλακεία μας, τον περιορισμό μας, το εγώ μας, τη μικροψυχία μας. Αυτό είναι που θέλουμε να επιζήση; Τι είναι αυτό που θα πεθάνη μέσα μας και δεν θα είναι λύτρωση για το Σύμπαν;
  40. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να επιτρέψη στη συνείδηση του να εισέλθη επιτέλους εκεί, όπου δεν ενδιαφέρεται αν ζη ο ίδιος, γιατί αν το «εκεί» ζη, θα ζη πάντα κι αυτός. Το πρόβλημα δεν είναι το ότι φοβάται το θάνατο, αλλά το θαύμα είναι ότι βρέθηκε να υπάρχη, ότι γεννήθηκε άπαξ: we live in a “time” and “space” that are not self substantiated, that are not really existing…Therefore we are immortals, aw born in infinity!(9/10/90). Ζούμε σ’ ένα χρόνο κι ένα χώρο που δεν αυθυποστασιώνονται, οι οποίοι δεν υπάρχουν πραγματικά. Ως εκ τούτου είμαστε αθάνατοι μια και γεννηθήκαμε μέσα στην Αιωνιότητα! Άρα έτσι και αλλιώς είσαι αιώνιος, δεν τελειώνεις ποτέ, αφού δεν γεννήθηκες σε κάτι που αρχίζει και τελειώνει.
  41. Μπορείς να γνωρίζης τον Ήλιο, όταν καις σαν αυτόν· δεν μπορείς να είσαι κρύσταλλος πάγου και να νομίζης ότι έχεις μέσα σου την αλήθεια της φωτιάς, γιατί αυτό επιτυγχάνεται εκ της ομοιώσεως· όμοιο γνωρίζει, τα διάφορα δεν πλησιάζονται ποτέ.
  42. Κάπου γράφω: «Η αδυναμία του ανθρώπου να συλλάβη το θάνατο σαν ζωή, είναι που τον τοποθετεί στους θνητούς, και αντίστροφα δοξάζει τους αθάνατους που ζουν πεθαίνοντας». Η φράση αυτή είναι συμπυκνωμένη, δεν αναλύει, δίνει το αποτέλεσμα κατευθείαν.
  43. Ο θάνατος είναι λοιπόν ζωή· ζούμε επειδή υπάρχει ο θάνατος· ζωή και θάνατος είναι αχώριστα. Επίσης δεν έχεις την αίσθηση της ύπαρξης παρά με την έννοια των έστω και απλών ψυχρών διαλεκτικών αντιθέτων εννοιών. Είσαι μόνο γιατί ορίζεσαι απ’ το θάνατο σου. Βέβαια βγήκαμε έξω από τα οφάσμα των διαλεκτικών αντιθέτων, δηλαδή της παγκόσμιας σκέψης και φτάσαμε τη συζήτηση στα υπερβατικά.
  44. Ο θάνατος και η ανυπαρξία δεν είναι παρά δυαδικές ιδέες απολύτως και μόνο της ζωής· εκφράζουν τη ζωή, δεν την συνιστούν. Επομένως ο θάνατος δεν είναι αντίθετος στη ζωή, αντιστρόφως την εκφράζει. Η ζωή είναι μαζί με το θάνατο.
  45. Θα αναρωτιέται κανείς, τι είναι αυτό που πρόκειται να τελειώση αν είναι να πεθάνη. Τι έχει μέσα του που είναι ιδιαιτέρως δικό του και δεν ανήκει στο Ον; Αν έχετε κρατήσει πράγματα, ξεφορτοθήτε τα το γρηγορώτερο. Όλος ο φόβος του θανάτου δεν είναι παρά η διατήρηση της ιδιαιτέρας ζωής σας και η οποία δεν είναι παρά το ανάπηρο μέρος της ζωής, γι’ αυτό κάντε αυτοκριτική και ξεκαθαρίστε την· τέτοιου είδους ζωή, τυφλώνει την πραγματική και προδίδει το Είναι.
  46. Πέρα από τις ατομικές ζωές και ολόκληρος ο πολιτισμός προδίδει το Είναι, αν το συγκρίνη κανείς με το τι είναι πράγματι η Αλήθεια, παρ’ όλο που βοηθάει και σε αρκετά ζητήματα. Ο πολιτισμός είναι φοβερά αργή κατάσταση, γιατί λειτουργεί σαν μετασχηματιστής που καθυστερεί την πραγματική ταχύτητα, συσσωρεύοντας κείμενα και δημιουργώντας κειμενικές κοινωνίες.
  47. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ κανείς, όταν ξάπλωσε και τον πήρε ο Μορφέας έπειτα από μια κουραστική μέρα, αντίθετα γλυκάθηκε πάρα πολύ. Ο άνθρωπος φοβάται, γιατί δεν ξέρει τη συνέχεια, αλλά αυτός είναι ο θορυβώδης άνθρωπος που ζη γεμάτος από το εγώ του. Η ίδια η Ζωή ποτέ δεν ανησύχησε για το φαινόμενο του θανάτου, εφόσον γι’ αυτήν η αλλαγή δεν είναι ασχήμια. Η Ζωή είναι μεταβολή· εξακολουθούμε να ζούμε επειδή μεταβαλλόμαστε καθημερινά, ακόμα και στο κυτταρικό επίπεδο. Γιατί άραγε είναι υποστηρικτής της ζωής, αυτός που διώχνη το θάνατο; Η αποστροφή του θανάτου είναι φθορά, εντροπία, αποδιοργάνωση, σήψη. Δεν έχει τίποτα να φοβηθή κανείς απ’ το θάνατο, αλλά απ’ την αντίστασή του σ’ αυτόν, γιατί αυτό είναι που φέρνει τη σαπίλα, ενώ αντιθέτως ο θάνατος φέρνει υγεία, όπως εξαγνίζει η φωτιά. Δεν υπάρχει κίνδυνος όταν μεταβάλλεται κανείς με την ταχύτητα της πυράς. Μακάρι να είμασταν σαν τις πεταλούδες που πετάνε κοντά στη φωτιά και καίγονται, απ’ την αγάπη τους γι’ αυτήν.
  48. Κυρ.: Η ζωή έχει την τάση να αυτοσυντηρήται. Εάν δεν υπήρχε ο τρόμος του θανάτου, θα αδιαφορούσαν οι άνθρωποι να συντηρήσουν την ύπαρξη τους. Ο τρόμος του θανάτου, είναι στον άνθρωπο, σοφία του Είναι.
  49. Δρ.: Φυσικά και είναι σοφία του Είναι, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο πλήττει την ματαιότητα του ανθρώπου, είναι μια ειδοποίηση στο εγώ, της ανεπαρκούς ταχύτητας του.
  50. Η φύση δημιούργησε το «εγώ» ηθελημένα. Ο μόνος τρόπος να έχη ο κόσμος» την Αυτοσυνείδησή Του, είναι δια της αυτοαρνήσεώς του, είτε δε δια της αρνήσεως της αρνήσεως και αυτεπιστροφής. Δηλαδή μ’ ένα σχήμα Αυτοαντίφασης. Ώστε και αυτή η μικρότητα του εαυτού μας έχει τον σκοπό της, σαν σκανδάλη που είναι για την έναρξη της συνειδήσεως.
  51. Οι αντιθέσεις είναι φαινομενικές. Αν λέγαμε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, κάθε λογική όπως την ξέρουμε θα εξαφανιζόταν. Αυτό είναι η Υπέρβαση. Γι’ Αυτήν Όλα ίσον με Όλα. Είναι αδιαφόριστη, δεν υπάρχουν διαφορές. Τον να προκαλύπτεται μια συνείδηση πίσω απ’ την μια ή την άλλη διαφορά, συμβαίνει όσο κάποιος δεν αντιλαμβάνεται συστημικά την απόλυτη Ενότητα των Πάντων. Ή ούτως ειπείν «Υπερβατική Συνείδηση», Νοεί τα πάντα αστραπιαίως, βρίσκεται ταυτόχρονα στην αρχή και στο τέλος. Επιτέλους αυτή είναι η Υπέρβαση, η σύμπτωση αρχής και τέλους, η σύμπτωση όλων των αντιθέτων. Το κάθε τι πεθαίνει πριν να γεννηθή και η απάντηση συμπίπτει με την ερώτηση. Ό,τι εμείς γνωρίζουμε είναι μέσα σε μια χρονική υστέρηση. Η επανάκτηση της «Αρχικής» ταχύτητας θα εξαφάνιζε τόσο την Γνώση όσο και την ανάγκη της!
  52. Η συμπαγής «Υπέρβαση» είναι απουσία κάθε χρονικού ή χωρικού διαστήματος. Αυτή είναι η Αρχική Ακεραιότητα. Τι περιμένατε ν’ ακούσετε από εμένα; Αυτά θα ακούτε.
  53. Το Ον είναι μονάχο του! Ένα Μόνο Του, και μέσα Του! Έτσι ήταν πάντα! Το ολόκληρο δεν έχει την αίσθηση ή την έννοια του Άλλου. Έτσι ήταν πάντα! Το ολόκληρο δεν έχει την αίσθηση ή την έννοια του Άλλου. Δεν έχει την έννοια καν του ενός. Γι’ αυτό το ονόμασα ΜΗΔΕΝ. Δεν είναι καν Ένα. Είναι Μηδέ-ένα. Ο μόνος τρόπος να το «συλλάβη» κάποιος είναι να τρέξη στην ταχύτητά του, άρα να ενωθή μ’ αυτό (θείωση ή θέωση) μα γι’ αυτό πρέπει ν’ απαλλαγή από πολλά και το εγώ είναι απ’ τα πρώτα.
  54. Ο θάνατος είναι σύμμαχος της ζωής. Καμμία μεταμόρφωση δεν επιτελείται χωρίς θάνατο, ο οποίος λειτουργεί εξυγειαντικά, αναγεννητικά. Δεν ωφελεί να σκέπτεσθε εκείνο που φεύγει, αλλά εκείνο που πρόκειται να γεννηθή. Όλοι γνωρίζουν ότι στην καρδιά του χειμώνα υπάρχει ο σπόρος της καινούργιας άνοιξης. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωση πλανάσθε και ανησυχείτε και δεν αναλογίζεστε ότι από το βασίλειο του Άδη, προέρχεται η νέα ζωή-Περσεφόνη; Ο συμβολισμός του κύκλου «θάνατος-αναγέννηση» είναι που εορταζόταν τα Χριστούγεννα, που είναι τα πρώην Κρόνια, ή στην γιορτή του αιωνίου Ηλίου του μεσονυχτίου, γιορτή του ηλιοστασίου. Μέσα στον αντίποδα της ημέρας βρίσκεται το βάθος της νύχτας, η πηγή του φωτός. Τι νομίζετε πως είναι οι Αλκυονίδες μέρες, που εμφανίζονται αμέσως μετά το ηλιοστάσιο και ζούμε ένα μικρό καλοκαίρι στην καρδιά του χειμώνα; Όλες αυτές οι εναλλαγές είναι ένα εναντιοδρομικό παιχνίδι, όπως τα καλειδοσκόπια, όπου μόλις το ένα σχήμα κοντεύει να εξαφανισθή, εμφανίζεται η αρχή ενός άλλου.
  55. Η ανάπτυξη της αρχής της εναντιοδρομίας βρίσκεται σε άλλα κείμενά μου. Ο θάνατος είναι η μια πλευρά του αμφίδρομου, διπλού βέλους της εναντιοδρομίας και η ζωή είναι η άλλη πλευρά· θέλουμε να τα θεωρούμε σαν χωριστές λειτουργίες, ενώ το ένα είναι που οπλίζει το άλλο, όπως η εισπνοή οπλίζει την εκπνοή. Κανένα φαινόμενο της ζωής δεν εξαιρείται από αυτή την αεικινησία. Στα υπερβατικά επίπεδα, τα δυο αντιθετικά στοιχεία της εναντιόδρομης σχέσης δεν αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο, δεν λειτουργούν παλμικά, αλλά βρίσκονται ταυτισμένα σε συμπαγή μορφή.
  56. Θα έλεγα ότι η τελειότερη μορφή ζωής είναι μέσω του διαρκούς θανάτου, όπου δεν ενδιαφέρεσαι να διατηρήσης τίποτα(και δεν αναφέρομαι μόνο στο φυσικό θάνατο) αλλά αδιαφορείς ακόμα και για τη συνέχεια της ψυχής σου, του πνεύματός σου. Δεν χρειαζόμαστε εμμεσότητες (σώμα-ψυχή-πνεύμα) φορεσιές του Όντος αλλά αυτό το ίδιο το Όν, γιατί αυτός ο Πατήρ μόνο υπάρχει και τίποτα άλλο.
  57. Ένα Όν είναι όλο κι όλο, ούτε πολλά, ούτε κανένα· ένα πράγμα το ίδιο πάντα όπου και να γυρίσης. Το απείρως μικρό σε οδηγεί αστραπιαία στο απείρως μεγάλο, ο πεπερασμένο στο άπειρο, το ψυχρό στο θερμό κ.ο.κ. Η μερικότητα του ματιού συμπληρώνεται απ’ την πληρότητα της Νόησης! Οι διάφορες έννοιες δεν υπάρχουν από μόνες τους, παρά μόνο μαζί με τις αντίθετές τους, γιατί ανήκουν σε ένα μόνο σύστημα. Για να ορίσω όλη αυτή την κατάσταση θα χρησιμοποιήσω τον όρο «Οντισμός» και όχι «Πανθεϊσμός» που την θεωρώ περισσότερο ποιητική έκφραση.
  58. Η ανθρώπινη συνείδηση είναι το αποτέλεσμα μιας εναντιοδρομικής σχέσης, όπου το ένα σκέλος είναι ο άνθρωπος και το άλλο σκέλος είναι ο κόσμος, δηλαδή εσείς και ο κόσμος έχετε μαζί τη συνείδηση, δεν είναι αποκλειστικά δικιά σας. Η ανθρώπινη υπόσταση είναι σχέση σώματος και Είναι, δηλαδή αν έπρεπε να τοποθετήσω κάπου την υπόστασή σας, θα έπρεπε να βρίσκεται κάπου στη μέση του σύμπαντος, επομένως δεν ανήκει σε σας, απλά την εκφράζετε και μάλιστα ατελώς. Ο άνθρωπος λειτουργεί σαν τρανζίστορ, μόνο που πρόκειται για βιολογικό τρανζίστορ με πολλές ιδιοτροπίες και κανένας δεν είναι ίδιος με τον άλλον, ώστε η ποικιλία που προκύπτει να είναι τέτοια που να δημιουργούνται συγκρούσεις, εκείνες οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στη συνείδηση να συμβαίνη.
  59. Χωρίς διαφορά δυναμικού, χωρίς διαφόριση και ανισοκατανομή, δεν μπορεί να παραχθή τίποτα. Η συνείδηση υπάρχει μέσα στη σύγκρουση, στην αντίσταση, γι’ αυτό και ο Ηράκλειτος είχε δίκιο, όταν έλεγε: «Πατήρ πάντων πόλεμος». Στον εκλεπτυσμένο άνθρωπο η συνείδηση παύει να προκύπτη απ’ το σωματικό επίπεδο, αλλά είναι μια σύγκρουση που επιτελείται σε επίπεδο ιδεών και ηθικών αξιών. Σε ιστορικό επίπεδο, μπορεί να εκδηλωθή με αιματηρές συγκρούσεις, αλλά τότε σημαίνει ότι ο πλανήτης σκέπτεται, ότι δοκιμάζει τις αντιθέσεις ιδεών μέσα του, όπως ακριβώς όταν συγκρούονται δυο «επιθυμίες» μέσα στην ψυχή της Αντιγόνης. Μέσα στον μικρόκοσμο των κυττάρων γίνονται μάχες, στρατιές ολόκληρες αλληλοεξοντώνονται. Έτσι και πάνω στον πλανήτη, όταν χτυπιέται η ανθρωπότητα, συμβαίνει μια ιστορική αλυσίδα σκέψης, από την οποία παράγεται ένα παρελθόν, ένα προϊόν, η ιστορική συνείδηση της ανθρωπότητας. Κάποια στιγμή περνάμε από το επίπεδο αυτών των συγκρούσεων στο επίπεδο ψυχικών, διανοητικών και πνευματικών συγκρούσεων, που είναι δημιουργικές και δεν προκαλούν φθορά.
  60. Έχουμε πει άλλοτε ότι αντίσταση ίσον συνείδηση, όπως μια ηλεκτρική λάμπει φέγγει, επειδή ένα σύρμα αντιστέκεται στη ροή του ρεύματος. Δικαίως ο Ηράκλειτος επιπλήττει τον Όμηρο που λέει: «Ως ώλλοιτο ερις τε μάχη τε». Σύμφωνα με τα προηγούμενα μιλάει και ο Ησίοδος για Νείκος και Φιλίαν.
  61. Το όλο φαινόμενο της ζωής, παράγεται εξ αιτίας του εναγκαλισμού μέσα στο εναντιοδρομικό σχήμα, των δυνάμεων έλξης και άπωσης μέσα στο σύμπαν. Ο σχεσιακός κόσμος είναι ένα θέατρο που φτιάχνει το Όν για να έχη σχέση με τον εαυτό του, για να έχη δηλαδή αυταισθησία. Δεν είναι από επιλογή που τον φτιάχνει, δεν μπορεί να κάνη αλλιώς, απλά προκύπτει, γιατί αυτή είναι η φύση του, δηλαδή το Όν δεν μπορεί, παρά να δημιουργή αυτή την αυτοσχέση: να διαιρήται και να ενώνεται ακατάπαυστα. Αυτή η κατάσταση φαίνεται να κοστίζη στα όντα εκείνα που κάποια στιγμή συντελούν σαν λειτουργικοί όροι, σαν καταλύτες αυτού του παιχνιδιού. Η τοποθέτηση του ανθρώπινου είδους ακριβώς πάνω στο σταυροδρόμι αυτής της σύγκρουσης, είναι που το καθιστά τραγικό. Πέραν αυτής της διαδρομής βρίσκονται οι μύστες και οι θεοί, οι οποίοι δεν έχουν πρόβλημα, και πιο πριν βρίσκονται τα ζώα, που ούτε αυτά έχουν πρόβλημα· μόνο ο άνθρωπος έχει πρόβλημα και βασανίζεται. Το καλύτερο λοιπόν, που έχει να κάνη ο άνθρωπος είναι να δεχθή τον πόνο(Διόνυσο), να καταλάβη ότι η Συνείδηση έχει ένα κόστος, και να τελειώνη μια ώρα αρχήτερα. Για την προσέγγιση όλων αυτών των θεμάτων, δεν αρκούν νοητικές κατανοήσεις, λεκτικές ταξινομήσεις, αλλά μυητικές μεταμορφώσεις.
  62. Κυρ.: Είναι το Αισθάνεσθαι όλης της Υπάρξεως που χρειάζεται.
  63. Δρ.: Αυτό που χρειάζεται, είναι ο βιωματικός, μεταφυσικός εμπειρισμός, όταν μεταμορφώνεσαι από τη φωτιά που σε καίει. Δεν απευθύνομαι στις έννοιες, παρά τις χρησιμοποιώ μόνο και μόνο για να τις οδηγήσω σε ματαίωση, εξαντλώντας το νοητικό. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι η επαφή με τις δυνάμεις μέσα σου, η υπενθύμιση του προορισμού σου, διότι όλα τείνουν να τις κοιμήσουν, να τις συμβιβάσουν και να τις καταστήσουν ατροφικές.
  64. Μπορεί ν’ ανακαλύψετε μια μέρα ότι η θλίψη και ο πόνος είναι υπέροχα πράγματα. Ένας σοφός ή κάποιος που τείνει προς την Ελευθερία, δεν έχει προτιμήσεις, όλα του αρέσουν, και η ζωή, ο θάνατος, η χαρά, και η θλίψη· αυτός σε όλα βλέπει ποίηση, ομορφιά. Αλλοίμονο σ’ αυτόν που δεν τα αντιμετωπίζει έτσι τα πράγματα και προτιμάει τη μια πλευρά από την άλλη· τότε είναι σαν να βρίσκεται μεταξύ δυο ρακετών, που τον χτυπούν αλληλοδιαδόχως.
  65. Τίποτα δεν μπορεί να ενοχλήση, όταν το παραμικρό θυμίζει την απειροσύνη των υπολοίπων, όταν όλα ζούν ταυτόχρονα. Το κάθε στοιχείο της ζωής, δεν υπάρχει χωρίς όλα τ’ άλλα. Κάποιο παλιό μου αξίωμα λέει: «Παν τι μεμονωμένον αδιανόητον» Παν τι αναπομόνωτον του όλου». Μια συνάρτηση και μόνο μια είναι όλα, ενιαία. Θα μπορούσατε να υποχρεώσετε σε οποιαδήποτε συνθήκη συμβιβασμού που προκαλεί το σκύψιμο, τη νωθρότητα, κάποιον να λειτουργή έτσι, με το να απειλήσετε τη ζωή του;
  66. Δεν ανησυχείς για το πώς βρέθηκες να υπάρχης και ανησυχείς για το πώς θα τελειώσης; Που ήσουν πριν γεννηθής;
  67. Κυρ.: Απολαμβάνω τη ζωή, ακριβώς γιατί ξέρω ότι υπάρχει ο θάνατος.
  68. Δρ.: Όλη η υπαρξιακή τεχνολογία είναι μια σπουδαία ιστορία, αλλά δεν μας φτάνει πια.
  69. Ανησυχούμε για το μετά· εφόσον το μετά είναι η παύση της ζωής, όμως νομίζεις, το πριν δεν είναι παύση; Η ίδια παύση είναι, ό,τι πριν και μετά. Αν στα καλά καθούμενα βρέθηκες να υπάρχης, χωρίς να έχης καμμιά εγγύηση, εκ του μηδενός, εκ του ανυπάρκτου-γιατί ας πούμε ότι δεν πιστεύεις τίποτα άλλο για πριν-τι σε κάνει ν’ ανησυχείς ότι δε θάχης καμμιά τύχη, άπαξ υπήρξες κι έπειτα; Ένα σύμπαν στηρίζεται στο χάος, στο τίποτα, και εσύ βρέθηκες απ’ το πουθενά. Σ’ ανησυχεί το τι θα τύχη στο μέλλον; Δεν σ’ ανησυχεί το γιατί δε ζούσες 1000 χρόνια πρίν; Ό,τι κι αν σε γέννησε σε διατηρεί μέσα στη μνήμη του, στον εμπειρισμό του.
  70. Κυρ.: Αξίζει η μέρα επειδή υπάρχει η νύχτα. Χωρίς νύχτα η μέρα θάταν βαρετή. Αξίζει η χαρά επειδή υπάρχει η λύπη. Μην μου αφαιρής τον τρόμο του θανάτου γιατί αυτός με κάνει να θεωρώ τη ζωή απόλαυση.
  71. Δρ.: Πρώτον, έχεις μια ιδέα για τον θάνατο που δεν είναι ακριβής. Δεύτερον, δεν σου αφαιρώ τίποτα. Εγώ σου λέω να πεθαίνης ταχύτερα. Είναι πράγματι τρόμος, ή μήπως σου αρέσει η δραματουργία; Η βίωση του δράματος είναι συγκινητικό αίσθημα. Μη νομίζης όμως, ότι επειδή αυτό συγκινεί, αυτό είναι μόνο η ζωή· υπάρχουν κι άλλες συγκινήσεις.
  72. Βέβαια, απ’ τον υπαρξιακό χώρο, έχω ένα είδος καταγωγής, ιδίως δε απ’ τον οντολογικό που είναι παρόμοια κατάσταση. Οι υπαρξιακοί εστιάζονται στην ανθρώπινη ύπαρξη κι εγώ εστιάζομαι στη μόνη ύπαρξη που υπάρχει, άλλωστε δεν θεωρώ ότι μέσα στον άνθρωπο είναι κάποια άλλη· δεν κάνω διάκριση μεταξύ ατομικού και οντολογικού.
  73. Κάποια στιγμή, η ανθρωπότητα βρέθηκε να ζη έντονα υπαρξιακά αισθήματα· ξαναέζησε απ’ την αρχή, εκεί πού ‘ταν χαμένη μέσα σε ψυχρές ιδέες και κιτρινισμένα χαρτιά βιβλίων. Δημιουργήθηκαν τότε τέχνη, δράματα, ποίηση, δίνοντας γέμισμα και συγκίνηση.
  74. Θα αφεθούμε όμως σε μια συγκινησιακή ένδοση, όσο ωραία κι αν είναι; Αν μας δώσουν ένα ωραίο ψυχοφάρμακο, θα το κρατήσουμε επειδή μας κάνει να αισθανόμαστε ωραία και μόνο; Τερματίζει εκεί η ανάγκη, η βαθειά απαίτηση για περισσότερη αλήθεια, για περισσότερο φως; Έχει φως, αλλά έχει όλο το φως που χρειάζεσαι; Όμως δες, σου αφήνει προβλήματα απ’ έξω. Βεβαίως είναι όλα αυτά συγκινητικά, αλλά μην σε παρασύρη η συγκινητικότητα των πραγμάτων, ώστε να σταματήσει η διείσδυση, η ανελέητη επίθεση της σκέψης έναντι των προβλημάτων. Η σκέψη, έχει κι αυτή άλλες συγκινήσεις, ανώτερες από εκείνες των δραμάτων.
  75. Το δραματοποιημένο μέρος της έντεχνης ζωής που προκύπτει απ’ το αυθεντικό ζην όλης της υπαρξιακής αναγέννησης που είδαμε στην Ευρώπη, δίνει γέμισμα· αλλά δεν είναι μόνο αυτό που υπάρχει. Δεν κάνει να γλυκίζης εαυτόν, ως χαριεντιζόμενος, πέραν του αναγκαίου. Θα λειτουργή κάποιος έτσι, μόνο όσο τόχη ανάγκη. Μετά όμως, πρέπει να περάση από ένα πράγμα πούταν αργότερο, σε κάτι άλλο πούναι θερμότερο και γρηγορώτερο. Το θέμα τι είναι πρώτο: το αν ηδονίζεσαι ή το αν έχεις αλήθεια; Τι πρώτον αιτείς; Τι διψάει η ψυχή σου; Αν ήθελες συγκίνηση τη βρήκες· αν ήθελες αλήθεια, δεν τη βρήκες. Επόμενως τις πρωτεύει;
  76. Κυρ.: Η αλήθεια δεν είναι συγκλονισμός, δεν είναι συγκίνηση;
  77. Δρ.: Είναι εν μέρει αλήθεια αυτό. Σου φτάνει; Δέχομαι ότι ο τρόμος του θανάτου είναι πολύ υψίσυχνη συγκίνηση. Σου λέω, όμως ότι υπάρχουν και πιο γρήγορες συγκινήσεις απ’ αυτή. Για σκέψου ένα πραγματικό θάνατο που θα σ’ έκανε να ξεπεράσης την πλάνη και θανάτου και ζωής. Εκεί με τι θα συνεκινείσω; Τότε έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι ακόμα πιο άγνωστο, ακόμα πιο τρομακτικό. Βεβαίως να μην σου πάρω το θάνατό σου, που σου δίνει μάλλον ένα χρωστήρα στη ζωή παραπανήσιο. Τι θάσουν χωρίς αυτά, για σκέψου, γιατί μπορεί και να τα χάσης. Σκέψου μεγαλύτερες αδειοσύνες, μεγαλύτερα κενά απ’ αυτά που φαντάζεσαι. Υπάρχουν περισσότεροι θάνατοι απ’ όσους νομίζουμε. Κυρίως δε, υπάρχει αυτός ο συνεχής θάνατος. Εσύ προλαβαίνεις να ζήσης ενώπιον του επικειμένου θανάτου σου. Εγώ σου λέω να πεθαίνης συνέχεια· είναι χειρότερο αυτό για σένα, θα ώφειλες με βάση την αξιολόγηση συγκινήσεως να το προτιμήσης.
  78. Κυρ.: Σύμφωνα με την επιστήμη κάθε 7 χρόνια έχουμε πεθάνει, γιατί έχει ανανεωθή λος ο κυτταρικός μας μηχανισμός. Κάθε άνθρωπος έπειτα από 7 χρόνια είναι τελείως διαφορετικός. Τι μένει ως συνέχεια; Η μνήμη.
  79. Δρ.: Χρειάζεται και πάλι μια φιλοσοφική προσέγγιση, παίζει ιδιαίτερο ρόλο η Απολλώνια ματιά. Έχε υπ’ όψη σου, ό,τι λέμε ζωή πηγάζει εκ του θανάτου, όπως και ο θάνατος εκ της ζωής, το ένα προϋποθέτει το άλλο. Η αυστηρότητα των σκέψεων τώρα και όχι των αισθημάτων, λέει ότι όταν ένα πράγμα δεν υπάρχει χωρίς το έτερό του, με το οποίο και μόνο αποτελεί σύστημα που φαίνεται, που υπάρχει, τότε αιρομένου του ενός, αίρεται και το άλλο. Αυτό σημαίνει ότι αν η ζωή μετέχει θανάτου, τότε και ο θάνατος μετέχει ζωής.
  80. Χρειάζεται να εξαντλή κανείς και τις τεχνικές επιπλοκές των αυτοσυγχίσεων, γύρω από τις έννοιες. Το ξεκαθάρισμα των ιδεών πολύ και μεγάλως διευκολύνει τις απελευθερώσεις των συγκινήσεων. Ίσως μετά, γίνονται συγκινήσεις για ακόμα πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Ας σταθή, λοιπόν, κανείς με αυστηρότητα στη σκέψη ότι ο θάνατος και ζωή δεν είναι δυο πράγματα, αλλά μια ταυτότητα. Δεν μπορεί ο θάνατος να είναι το απευκτέο, διότι με τον ίδιο τρόπο απευκτέα θα είναι και η ζωή. Αν δεν ξέρεις να πεθαίνης δεν ξέρεις και να ζης, δηλαδή δεν ζής. Εγώ σου λέω ζωή=θάνατος. Επομένως όσο πιο κοντά πας στο θάνατο, τόσο πιο κοντάπας και στη ζωή. Δεν ποτελούν δυο αντίθετα, βρίσκονται απ’ την ίδια όχθη. Είναι ή δεν είναι δυο διαλεκτικά αντίθετα; Είναι ή δεν είναι θέση θέση-αντίθεση. Οι αντιθέσεις δεν είναι συνιστώσες του σκέπτεσθαι; Επομένως ζωή και θάνατος είναι ιδέες του σκέπτεσθαι, δεν αποτελούν πραγματικές καταστάσεις. Επειδή συντρέχουν όλα αυτά γι’ αυτό υπάρχει η παγκόσμια σκέψη και όσο υπάρχει αυτή, μην ανησυχής για το τι γίνεσαι εσύ. Αυτή σε συντηρεί, σε διατηρεί. Όπως εσύ έχεις μνήμη, έτσι έχει και η παγκόσμια σκέψη. Μακάρι να μπορούσες ν’ απαλλαγείς απ’ τη ζωή· κανείς δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Θυμάσαι που λέγαμε ότι το «έξω» δεν υπάρχει, όλα είναι μέσα; Το ίδιο ισχύει και με το θάνατο… Όλα είναι μέσα στη ζωή. Το «έξω» είναι έννοια του
    μέσα».
  81. Κυρ.: όταν αναφερόμαστε σε αφηρημένες ιδέες, συμφωνώ. Θέλω όμως την αίσθηση και του τελευταίου κυττάρου μου, γιατί αυτά ζούν και αυτά έχουν τον τρόμο του θανάτου. Η διαμαρτυρία μου για το θάνατο, είναι διαμαρτυρία μου για το θάνατο, είναι διαμαρτυρία των κυττάρων μου, γιατί είναι ένστικτο.
  82. Δρ.: Μην το δικαιολογής τόσο πλουσιοπάροχα. Δεν είναι τα κύτταρα που θα πεθάνουν, δεν είναι η ζωή που θα πεθάνη, είναι η ιδιαιτεροποίηση σου γύρω απ’ τη ζωή. Τι καλό πήρες απ’ αυτή (την ιδιαιτεροποίηση) σ’ όλη σου τη ζωή; Η ζωή θα εμφανίζεται πάντα με Παναγιώτηδες, με Γιάννηδες· κάπου εκεί θα υπάρχης κι εσύ. Δεν πρόκειται να αλλάξη τίποτα. Από το είδος πήγαινε στο γένος. Το γένος των ανθρώπων θαζη και θα ζης κι εσύ· κι αν πεθάνη το ένος των ανθρώπων, θα υπάρχη το γένος των θεών· κι εκεί μέσα θα ζης, παντού μέσα ζης.
  83. Η ζωή δεν έχει μόνο μια αρχή αλλά έχει και παρελθόν και μέλλον. Ο ψυχισμός που συγκέντρωσες, ο εμπειρισμός, οι κατανοήσεις θα εκφραστούν όπου υπάρχει ανθρώπινο σώμα το οποίο εμφανίζει εκείνες τις δυνατότητες που μπορούν να εκφράσουν το περιεχόμενο σου. Μ’ άλλα λόγια μπορώ να σου πω τα εξής: ουδέποτε πραγματικά εγεννήθης. Οι ποιότητες αυτές τούτες δα που τρέχουν, οι αυριανές που θα υπάρξουν, οι μικρότερες, οι μεγαλύτερες, υπήρχαν πάντα. Οι άνθρωποι λειτουργούν σαν κάποιου είδους σάρκινα τρανζίστορ, προς εκείνη ή την άλλη ποιότητα, απλά εκφράζουν ένσαρκα αυτές τις ποιότητες, που έτσι κι αλλιώς προϋπήρχαν.
  84. Οι προϋπάρχουσες αυτές ποιότητες που αναφέραμε, θα μπορούσαν να μας θυμίσουν την θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Δεν θα διαφωνούσα με το θέμα των ιδεών του Πλάτωνα παρά μονάχα για να το αντικαταστήσω με το επίπεδο αρχής του Όντος· θεωρώ ότι οι ιδέες, δηλαδή τα αρχέτυπα του Πλάτωνα, ανήκουν στο τριτογενές επίπεδο, και όχι στο πρωτογενές. Αν αναφερθούμε στο σχεδιάγραμμά μου των διαστάσεων, οι ιδέες του Πλάτωνα εντοπίζονται στο Λόγο του πρώτου επιπέδου και κάτω, ενώ εγώ αναφέρομαι στις διαστάσεις πάνω απ’ το Λόγο του πρώτου επιπέδου. Όπως εξάλλου το εξηγήσαμε και στο «θεολογικό ζήτημα” οι ιδέες δεν είναι το πρώτο πράγμα που υπάρχει γιατί ο Λόγος αν και εμφανίζεται πρώτος να υπ-άρχη, ωστόσο έχει προϋπάρξει και σ’ άλλες μορφές (μια στο δεύτερο και μια στο τρίτο επίπεδο του σχεδιαγράμματος των διαστάσεων). Δέχομαι ότι η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα πλησιάζει μια πλατφόρμα αφετηρίας της αλήθειας, απλά υπάρχουν και βαθύτερες αλήθειες. Θα θεωρούσα, δηλαδή, ότι οι ιδέες είναι οι καλύτερες δυνατές αλήθειες, όσον αφορά το σχεσιακό κόσμο, τον σχετικό, τον φαινόμενο, είναι δηλαδή η αρχή του φαινομένου. Υπάρχει όμως και κόσμος πριν απ’ το φαινόμενο. Αυτές οι διαφοροποιήσεις με ορίζουν σαν οντολόγο και όχι με την τυπική ακαδημαϊκή έννοια, ιδεαλιστή. Όχι, βέβαια, ότι δεν είμαι και τούτο, απλά θεωρώ ότι το οντολογικό περιέχει όλα αυτά, κι ενώ τα περιέχει, δεν τελευτά σ’ αυτά. Η οντολογική προσέγγιση είναι ευρύτερη, είναι κάποια άλλη αρχή.
  85. Επανερχόμενοι στο θέμα, πρέπει να προσέξουμε ότι δεν δικαιούται έγκυρα κανείς να έχη ανησυχία για τη ζωή, για το Όν, γι’ αυτό που πράγματι ζη μέσα του. Πηγή αυτής της ανησυχίας είναι η ιδέα που έχεις περί του Όντος κι αυτή είναι που πεθαίνει και όχι το Όν· δηλαδή εκείνο που νομίζεις πεθαίνει, όχι εκείνο που είσαι.
  86. Αυτά που επικοινωνούμε αυτή τη στιγμή είναι σε κατάσταση ιδέας, είναι διανόημα. Αν όμως κάνεις άσκηση εμπειρικής εφαρμογής τούτης της ιδέας, μαζί με τις ιδιότητες πούναι μέσα σου δρώμεναμ θ’ αναγκαστούν αυτές να πειθαρχήσουν στην ανώτερη ιδέα, αν την καταλάβης και τότε θ’ αναγκαστούν να ξεφορτωθούν κάποιες εαυτικές έννοιες, που δεν είναι πράγματι απαραίτητες, και που εξάλλου εισήλθαν αυθαίρετα. Ο εαυτός είναι που φοβάται και μόνο αυτός θα πεθάνη· κι ευτυχώς που πεθαίνει, γιατί αλλοίμονο αν κάθε φορά ήσουν ο ίδιος. Κάτι τέτοιο θάταν πλήξη για τη ζωή, η οποία διαθέτει ποικιλία και ανανεώνεται συνεχώς.
  87. Κυρ.: η διάνοια μου έχει πειστή γι’ αυτά που λες. Αλλά το ένστικτο του θανάτου είναι πολύ ισχυρό ένστικτο, είναι προστασία, είναι ανάγκη της ύπαρξης. Στο δοκίμιό μου «η έκσταση του Υπάρχειν», αναφέρομαι και στο «Ευζήν», όπου «Ευζήν» θεωρώ ζην και με χαρά και με λύπη και με πόνο. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος δεν θ’ απολάμβανα τη ζωή. Ο θάνατος είναι μια διακοπή για να επαναληφθή μια άλλη ζωή.
  88. Δρ.: Που το ξέρεις ότι είναι διακοπή; Όλα αυτά δεν τα ξέρεις, δεν έχεις δικαίωμα να τα εισάγης στην κουβέντα. Δεν ξέρεις αν υπάρχει μια άλλη ζωή μετά, αλλά δεν ξέρεις ούτε ότι δεν υπάρχει. Είναι μεγάλο λάθος, όταν δεν ξέρουμε αν υπάρχει, να θεωρούμε ότι δεν υπάρχει. Πως θα μπη ο Ορφέας στον Άδη, αν εκ των προτέρων πιστεύη πως δεν υπάρχει τίποτα. Δεν έχεις δικαίωμα έγκυρο, ακαδημαϊκό, να λες ότι ο θάνατος είναι διακοπή· είναι αυθαιρεσία. Μπορείς να το θέσης πιο αυστηρώς έντιμα, όπως ότι δεν γνωρίζω τι συμβαίνει μετά, αλλά φαίνεται σαν το τέλος αυτού που συμβαίνει εδώ· μια τέτοια διατύπωση θα εξέφραζε πολύ σωστότερες σκέψεις.
  89. Στην τραγωδιακή παράσταση, όπου αναφέρεται το «περίλυπος εστίν η ψυχή μου άχρι θανάτου» υπάρχει και «θανάτω θάνατον πατήσας», δηλαδή δια του θανάτου το θάνατο ενίκησε. Αυτή η ρήση έχει μείνει στην παράδοση αλλά δεν είναι τίποτα άλλο απ’ την επανάληψη του Διονυσιακού μύθου. Αυτό γιόρταζαν οι Αθηναίοι στα Ελευσίνια και τα Διονύσια. Αν αξίζει κάτι στην ιστορία του Χριστού είναι ότι ένα άτομο-στην περίπτωση που ιστορικά αποδεικνύεται ότι υπήρξε-ήταν ο φορέας τέτοιων αρετών και του αξίζει κάθε τιμή ενάρετου μύστη. Το ζήτημα είναι ότι η παράδοση αυτή είναι πανάρχαια στην Ελλάδα, από πολλές χιλιάδες χρόνια.

Επίλογος

91. Μια που εδώ τελείωσε η ταινία απ’ την συγκέντρωση-διάλεξη της 5/3/93, είναι καιρός να κλείσουμε γι’ αυτή τη φορά. Η δυσκολία των ανθρώπων να κατανοήσουν το βαθύτερο μυστήριο της ζωής είναι εξόχως κατανοητή. Η βίωση τέτοιων αληθειών και των μυστηριακών μεταμορφώσεων που ακολουθούν τα βιώματα αυτά είναι υπόθεση χρόνου, δοκιμασιών, ελλάμψεων κι αποκαλύψεων, όσο και συστηματικού και διεξοδικού στοχαστικού ελέγχου των εμπνεύσεων και εμπειρισμών της υπάρξεως. Αν δεν ήταν έτσι, θα αρκούσε ν’ ακούσει κανείς μια ομιλία ενός σοφού ή να διαβάσει το βιβλίο ενός άλλου, κι η ανθρωπότητα θα ήταν ήδη σοφή κι ενάρετη από τους πρώτους καιρούς.

92. Η δυσπροσπέλαστη δυσχέρεια βρίσκεται ανάμεσα στην είδηση των αληθειών ως πληροφοριών της νοήσεως και την βιωματική πραγμάτωση του περιεχομένου των ως ακεραίων ιδιοτήτων. Με μια φράση, το χρέος των ανθρώπων είναι η επιδίωξη της αρετής και η ουσία αυτής βρίσκεται στην μετατροπή της πληροφορίας, περί την αλήθεια και τις αξίες, σε ιδιότητα! Σε “δεύτερη φύση”. Τις πληροφορίες τις έχεις, ενώ οι ιδιότητες Είσαι!

Η τέχνη αυτής της μετατροπής είναι Ασκητική και ο Στοχασμός το ισχυρότερο μέσο.