Το Θεολογικό Ζήτημα

Το Θεολογικό Ζήτημα
(Ή ΠΕΡΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΘΕΟΥ)

«Φιλόσοφος Ιερεύς τις και υπουργός Θεών»
(Μάρκος Αυρήλιος)

Δήλωση του γράφοντος: Αι κρίσεις και θέσεις που ακολουθούν είναι απόψεις ενός «Εθνικού» ή “Κοσμικού”, όχι ενός ανθρώπου εντός του κλίματος μιας συγκεκριμένης θρησκείας ή δόγματος και φυσικά δεν επιθυμώ την αντιποίηση τέτοιων αρμοδιοτήτων. Συχνά αισθάνομαι σαν κάποιος πολίτης της Ιωνικής εξαπόλεως-ίσως της Εφέσου- του 6ου π.Χ αιώνος. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων και για να είναι έντιμος και καθαρός ο δρόμος ανάμεσά μας όταν επικοινωνούμε, δηλώνω πως δεν είμαι άθεος αλλά Ένθεος. Ωστόσο δεν ανήκω σε καμία θρησκεία. Σέβομαι όλες τις θρησκείες και εκτιμώ τις περισσότερες από Αυτές, πόσο μάλλον Αυτήν με την οποία συνυπήρξαμεν επί αιώνες. Είπα ότι είμαι Ένθεος, το ανάλογον του Θεού στη γλώσσα μου είναι το ΟΝ, η Πρώτη Αρχή ή το Υπερβατικόν κ.α.
Χαρακτηριστικό το ερώτημα των Αρχαίων και του Αριστοτέλη: “Τι το Ον”. Θρησκεία μου είναι η Φιλοσοφία γενικώτερα και η δική μου Φιλοσοφία ειδικώτερα. Ήτοι η σχέσις μεταξύ του Θεού-Όντος και εμού ως προσεγγίζοντος-αναζητούντος την κάλυψιν του ελλείμματος, γεφυρώνεται απ’ την Φιλοσοφία μου όπως αναφέρθηκε. Είμαι δηλα-δή ένας Φιλόσοφος-Οντολόγος, ο τελευταίος σε αξία, αλλά πάντως αυτό είμαι. Όσο για πνευματική, κυρίως δε εμπνευστική Παράδοση, δέχομαι αυτήν του Ομήρου κα ιτου Ησιόδου, που χάνεται στα βάθη των χιλιετηρίδων του πολιτισμού της Φυλή μας. Παρακαλώ όθεν και προτρέπω όσους έχουν αφοσίωση στην τρέχουσα Θρησκεία του τόπου μας να υπακούουν στις αποφάσεις των Συνόδων και τις διδασκαλίες των αρμοδίων και να μένουν σ’ αυτές. Οι δικές μου απόψεις να θεωρούνται φιλοσοφικές κι όχι θρησκευτικές. Εξ άλλου βλέπω και τα θρησκευτικά διατεινόμενα κάθε θρησκείας, επίσης σαν φιλοσοφικές προτάσεις αληθείας-ηθικής.
Πρόκειται δηλαδή για ελεύθερες θεωρητικές ή ηθικές σκέψεις μου, που όπως κάθε Έλληνας πολίτης στα πλαίσια του ελληνικού πολιτισμού μας είχε σχεδόν πάντα το δικαίωμα να εκφράζη. Αν αλλοίμονον το δικαίωμα αυτό δεν έμενε στην Ελλάδα τότε θα χανόταν απ’ τον κόσμο κάθε ελπίδα ελευθερίας και Δημοκρατίας και ανοχής της διαφορετικής γνώμης, που την συνιστά.
Μπορείτε λοιπόν να λαμβάνετε υπ’ όψιν τις σκέψεις μου αν νομίζετε ότι σας βοηθούν στην κατεύθυνσή σας ή να τις αφίνετε στην άκρη αν τις νομίζετε ξένες προς αυτήν. Έτσι ή αλλοιώς πάντα εσείς κρίνετε. Όσο για μένα μου είναι ευχάριστο να υπάρχω και μέσα στις διαφωνίες-ήταν ωστόσο θέμα τιμής να μιλήσω καθαρά και η θέση-υπόστασή μου να είναι φανερή απ’ την αρχή κι όχι σκιώδης.(22-7-98).

Το ποιος έφτιαξε τον Κόσμο, δεν είναι αναπάντητο· απλά η συνείδηση το προσεγγίζει ελαττωματικά, γιατί προϋποθέτονται οι σκέψεις του Χώρου και του Χρόνου και επόμενα η ερωτηματική σκέψη μας είναι Χωροχρονική. Το ΕΙΝΑΙ δεν πλαισιώνεται από τον Χωρόχρονο, αλλά ο Χωρόχρονος είναι προϊόν του ΕΙΝΑΙ. Το βαθύ σφάλμα της ερώτησης, δεν είναι ότι δεν απαντιέται, αλλά ότι δεν κατανοείται το ερώτημα.
Η ΕΠΙ-ΣΚΕΨΗ, είναι όπως η λειτουργία της Επίγνωσης, ατμοί πάνω απ’ το νερό, είναι δηλαδή απ’ το ίδιο υλικό. Όλα τα όντα είναι Σκέψεις του Λόγου ή Παγκόσμιου Σκέπτεσθαι. Ο Άνθρωπος είναι και σκέψη (του Λόγου) και Επί-Σκέψη, γιατί είναι σκέψη της Σκέψης, δυναμική, συνεχώς κινητή, έχει επίγνωση των όντων-Σκέψεων. Η σκέψη είναι σχετίζεσθαι, δεν υπάρχει μονομερώς, είναι ένα σύστημα.
Το σώμα του (πάγος) είναι σαν τα άλλα όντα-σκέψεις του Λόγου, η ουσία του όμως που είναι σκέψη (νερό), στην κλίμακα των όντων όλων, μοιάζει με επί-σκεψη (υδρατμός), γιατί ο άνθρωπος σκέπτεται τα όντα-σκέψεις.
Ο Άνθρωπος δηλαδή, σαν λειτουργία μέσα στον κόσμο, ενεργεί περισσότερο σαν συνειδητότητα του Λόγου παρά απλά σαν σκέψη Του. Κάποτε ενεργεί και σαν πολύ αφηρημένη σκέψη Του, όταν π.χ. φιλοσοφεί, κι όταν αυτή του η δυνατότητα φθάνη σε πολύ υψηλό βαθμό τότε ο άνθρωπος και Λόγος γίνονται Ένα.
Εδώ εννοείται ξεπερνιώνται οι Χωροχρονικές αναλογίες. Η συσχέτιση είναι ποιοτική, και δεν πρόκειται καν για μετοχή του ενός στον άλλο, αλλά για το ίδιο το πεδίο – Λόγος που αποτυπώνει το Σκέπτεσθαί του μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, που δηλαδή συλλαμβάνεται απ’ το μυαλό.
Εν συνεχεία ο άνθρωπος ως Λόγος, αυτομεταμορφωνόμενος Μετασυνειδητοποιεί το καθαρό Είναι με μια πράξη Υπέρβασης η αυθυπέρβασης, που είναι επαφή – Σχέση του Λόγου στο σύνολο, με το Είναι.
Ο Άνθρωπος σαν όν – σκέψη του Λόγου είναι ον λίαν δυναμικό κι όχι στατικό. Γιατί δεν είναι αυτό που είναι, αλλά αυτό που μπορεί και γίνεται.
Η Σχέση του με τον Κόσμο ουσιαστικά δεν είναι παράλληλη αλλά κάθετη, γι’ αυτό σ’ ένα μεσαίο στάδιο του γίγνεσθαί του μοιάζει με γέφυρα κι αγγελιοφόρο μεταξύ Λόγου και Κόσμου, αν και τα δυο τελευταία είπαμε ότι είναι ένα. Στο σημείο αυτό όμως ο άνθρωπος είναι λειτουργικός όρος του Λόγου – Κόσμου.
Το σημερινό θέμα είναι το θεολογικό ή περί ύπαρξης Θεού, από την εποπτική της Οντολογίας. Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος κατέταξε τα έργα του Αριστοτέλη. Τις πραγματείες εκείνες που αφορούσαν την στόχαση περί της Πρώτης Αρχής, ταξινόμησε στη σειρά μετά «Τα Φυσικά»- τίτλος μιας άλλης πραγματείας του Αριστοτέλη. Έτσι η Φιλοσοφία περί του Όντος ως τιούτου, στο σύνολό του, χαρακτηρίστηκε απ’ αυτόν τον τίτλο της πραγματείας και ωνομαζόταν Μεταφυσική Φιλοσοφία ή Πρώτη Φιλοσοφία.
Η λέξη «Μετά τα Φυσικά» η Μεταφυσική, χαρακτηρίζεται πάντα απ’ την κατεύθυνση της Φιλοσοφίας προς το αντικείμενο και τα περιεχόμενα αυτής ακριβώς της πραγματείας. Δηλαδή από την φιλοσοφική έρευνα περί την Πρώτην Αρχήν. (Απ’ όπου και η ονομασία Πρώτη Φιλοσοφία).
Η λέξη Μεταφυσική λοιπόν έχει εξαιρετικά σοβαρή σημασία και αντίθετα κανένα τόνο εξωτικότητας όπως συχνά πιστεύται.
Το ερώτημα, αν υπάρχει Θεός, φέρνει δυσκολία, γιατί δεν μπορεί να τεθή στο επίπεδο της ερώτησης όπως αυτής διαμορφώνεται. Εμείς δίνουμε μιαν απάντηση, όχι συμβατική και που μπορούμε να την υπογράψουμε, δεν μπορούμε όμως να έχουμε μια κοινή απάντηση.
Το Υπάρχω και το Θεός, δυο ονόματα για τα οποία δεν έχουμε όλοι σαφείς προσδιορισμούς. Τι εννοούμε Θεό; Με το όνομα αυτό κλείνουμε μέσα κάτι αόριστο, «Υπέρτατο Όν» κτλ. Στον Θεολογικό χώρο υπάρχουν βέβαια πιο ακριβείς έννοιες, αλλά δεν τίθεται το ζήτημα πάντοτε έτσι σοβαρά.
Στον θεολογικό χώρο, εισέρχεται η Φιλοσοφία. Η φιλοσοφικώτερη πλευρά της θρησκείας, είναι η καθαρή θεολογία. Θέω: τρέχω (Θεός, κάτι αφάνταστα ταχύ ίσως.., ή θεώμαι, Αυτός που βλέπει..). Και οι δυό ερμηνείες είναι απλά πιθανές. Φως, όραση και ταχύτητα είναι εξ άλλου έννοιες ανάλογες και μπορεί να προεκταθούν και στο «Πνευματικό Φώς» ή και πέραν τούτου.
Συχνά ζητούσαν να έχη έννοια ως όν βουλητικό, όπως ο άνθρωπος καταλαβαίνει τον εαυτό του εμεί όμως αμφισβητούμε και τον «Εαυτό».
Η ιδέα περί του Θεού, θα τοποθετηθή στον υπερβατικό χώρο, αφορά στην Υπέρβαση. Τοποθετείται στην αληθινή έννοια του ΕΙΝΑΙ, που ούτε έννοια είναι, αφού δεν είναι μέσα στον Χώρο, τον Χρόνο ή τον Νού.
Ο Θεός υπάρχει λοιπόν; Λέγοντας έτσι προσβάλλουμε την έννοια, γιατί την κατεβάζουμε στο Χωροχρονικό επίπεδο, στο σχετίζεσθαι, στο σκέπτεσθαι, δηλαδή σε πεδία που είναι απ’ τον Λόγο και κάτω. Αν ήταν έτσι θα αποδεικνυόταν τότε σχετικά εύκολα. Όμως πρέπει να υπολογίζουμε:
Είναι: Υπερβατικός Χώρος.
Υπάρχειν: Σχετικός Χώρος, εδώ, εκεί, το Σκέπτεσθαι – Κόσμος ή απλά ο Λόγος.
Σημειώνω πως με την φράση «Υπερβατικός Χώρος», δεν εννούμε κάτι έξω απ’ τον Κόσμο, αλλά κάτι μέσα σ’ Αυτόν, που όμως παρουσιάζει διαφορετική «Λειτουργική Δομή» απ’ τα υπόλοιπα πεδία του Φαινομένου και που γι’ αυτό, σ’ αυτά φαίνεται σαν υπερβατικό.
Όλα τα επίπεδα απ’ τον Λόγο και κάτω μέχρι του Φυσικού πεδίου, υπάρχουν πάνω στην ίδια λειτουργική δομή και μόνο τα δυο τελευταία πέραν του Λόγου διαφέρουν δομικά και καλέσαμε «Υπερβατικά». Όμως, τόσο τα μεν όσο και τα δε, αφορούν στο ίδιο ενιαίο Όν. (Βλέπε: Οντολογία και Περί Επτά Διαστάσεων, σε ομιλίες του περασμένου έτους).
Ώστε τον αντικειμενοποιείς τον Θεό, άμα πεις ότι Υπάρχει, γιατί αν είναι υπαρκτός, δεν είναι το Όλον, είναι μέρος της ύπαρξης, άρα υπάρχει πάντα κάτι ανώτερο, που είναι το Όλον, και είναι πάνω απ’ το Υπάρχω δεν Υπάρχω, Επειδή ο Θεός Είναι, τότε Άρχει, και όχι υπ-άρχει!
Πάντως η αιτία του Αιωνίου, δεν είναι μέσα στον χρόνο, επομένως σωστά το ερμηνεύει η θεολογία. Απλά το Αιώνιο, μπορούμε να πούμε ότι ΕΙΝΑΙ.
Το πρόβλημα ύπαρξης του Θεού αφορά σε ξένα πολιτιστικά σχήματα, όχι στονΕλληνικό Κόσμο εννοιών. Όπως σωστά παρατήρησε ο Κώστας Αξελός «οι Έλληνες συνέλαβαν τον Θεό ως Λόγον – Φύσιν (ορατήν και αόρατην). Είχον επίσης την άννοιαν της «Αρρήτου Αρχής» (μετάφραζε Υπερβατικόν), της «Νύχτας» (θαλεγα Ανακδήλωτον) και του «Σπηλαίου» (ταιριάζει στην Εναδική μου έκτη Διάσταση, επίσης Υπερβατική), κι όλα αυτά πρό του Φάνητος (μετάφραζε Λόγου).
Προτείνω επίσης την έννοια του Όλου, γιατί κάθε υπερβατική σκέψη έχει αναγκαία ολιστικό εννοιολογικό περιεχόμενο, επειδή το Όλον είναι εξ ορισμού υπερβατική για το Συνειδέναι έννοια το δε υπερβατικόν νοείται ως ενιαίον και αδιαίρετον. Εξ άλλου το όλον δεν εξισώνεται ποτέ με το μέρος και πάσα Συνείδηση Διττή, άρα εν σχέση, σχετική – μερική.
Το Όλον όπως κάθε υπερβατική έννοια, είναι Άσχετον, γι’ αυτό ενιαίον και αδιαίρετον· η ενότητα του υπερβατικού είναι δεδομένη ανεξάρτητα απ’ τους διαφορισμούς πίεσης σε κάθε ζώνη εντός Αυτού (Λεπτομέρειες σε συστηματική μου οντολογία στο «Είναι και Τρόπος»).
Έτσι το Συνειδέναι μόλις τείνει να αγγίξη το σύνορο του Υπερβατικού παραλύει, και τότε μιλώ για «Μετασυνείδηση»· μια ύψιστη μορφή «μεταφυσικού εμπειρισμού» με ριζικά διαφορετική λειτουργική δομή απ’ το Συνειδέναι. Το Διττό δεν εισέρχεται (καταλαβαίνει) ποτέ ως τέτοιο στο Μονό, ούτε το Σχετικό στο Άσχετο (το Άνευ Σχέσεως). Αναλυτικές εξηγήσεις, και πάλι, στην πραγματεία «Είναι και Τρόπος», γραμμένη του 1968, μη δημοσιευμένη τότε εντύπως, αλλά δοθείσα τμηματικώς με διαλέξεις στους «μαθητάς» της «Σχολής Φιλοσοφίας του Όντος) για περίοδο ετών. Ελπίζω Θεού θέλοντος να δημοσιευθή σύντομα.
Έτσι καταλήγουμε ότι οι Έλληνες δεν διενοούντο να αμφισβητήσουν την ύπαρξη Θεού, γιατί τόσον η Φύσις όσον και το Όλον, ήσαν Αυτονόητα και Αυθύπαρκτα. Άρα η σύγχυση – αμφισβήτηση προέκυψε από ασαφή, χαλαρή και περιοριστική (ως μορφική κάποτε) χρήση των υψίστων εννοιών – Αρχών σε άλλους γνωστούς Κόσμους – όχι στον Ελληνικό.
Οι τέσσερις πρώτες φράσεις του Ιωάννη: «Εν αρχή ήν ο Λόγος..» κτλ., καθώς και η απάντηση του Θεού στον Μωϋσή, είναι χαρακτηριστιά του θέματος.
«Εγώ ειμί ο Ών» απαντά ο Θεός στον Μωϋσή. Είμαι δηλαδή Αυτός που Είναι. Φυσικά αυτό είναι απάντηση απ’ τα χείλη του Μωϋσή, αυτό δηλαδή που διήλθε απ’ τη συνείδησή του.
Το ΕΙΝΑΙ, προηγείται κάθε σκέψης. Δεν ξεκινάμε δηλαδή από συζήτηση ή αμφισβήτηση, αλλά από βεβαιότητα. Δηλαδή το ΕΙΝΑΙ είναι αναμφισβήτητο. Καταφάσκεται και μόνο που το αρνιόμαστε ή το αμφισβητούμε ή και απλά που συζητούμε. Το Σκέπτομαι δεν μπορεί να εισαγάγη έγκυρα το Είναι, γιατί εξ ορισμού είναι υποπροϊόν Του, όσο το παιδί μπορεί να ορίση την μάνα του. Εξ άλλου και ο R. Descartes: «Δεν γίνεται να σκέπτωμαι χωρίς να υπάρχω..».
Βέβαια ο R. Descartes φτάνει σ’ Αυτό, ξεκινά όμως απ’ το «σκέπτομαι» και με αμφιβολία, ενώ εμείς ξεκινάμε απ’ το «Είμαι» με το «Αισθάνομαι» και μόνο και χωρίς καμιά αμφιβολία, αλλά αντίθετα με αυθυπόστατη Βεβαιότητα.
Είμαι και άρα σκέπτωμαι, όχι αντίστροφα, όπως θέλει ο Descartes. Sum Ergo Cogito, αντιτάσσουμε στο «Cogito Ergo Sum». Το είναι θα παράγη πάντα το Σκέπτεσθαι για λόγους εσωτερικής οντολογικής συμπεριφοράς Του, που δεν είναι του παρόντος.
Αντί για τη λέξη Θεό, λέμε: Αρχική Δυνατότης. Περιττό να συζητιέται, γιατί η συζήτηση είναι ήδη υποβιβαστικός τόνος για το ΕΙΝΑΙ.
Ας δούμε αν μπορεί να είναι ένα Όν βουλητικό κτλ. Διαθέτει σκέψη για να αποφασίση; Το ΕΙΝΑΙ όμως, προυπήρχε της σκέψης!
Η έννοια της οντότητας προηγείται της έννοιας της βούλησης. Την σχετική συναισθητικότητα, ας την πούμε πρό-συνείδηση, πρό-βούληση, πρό-ανάγκη, ή όπως είχαμε αναφέρει άλλοτε, κατευθυνόμενοι απ’ τα κάτω προς τα πάνω: «Μετά-συνείδηση».
Και ο άνθρωπος σαφώς εκφράζει την ίδια την ποιότητα της μεγάλης κλίμακας, απόσταση δηλαδή λειτουργικών διαδικασιών απ’ το ΕΙΝΑΙ ωςτον Λόγο. Από κεί και πέρα, μιλάμε για βούληση, βουλητικότητα. (Απόσταση π.χ. Απ’ τον ύπνο-στον ξύπνιο του ανθρώπου).
Το φτάσιμο του Θεού είναι δυνατότητα του Ανθρώπου γιατί ο Θεός είναι μέσα του, είναι αυτός ο ίδιος, αλλά χωρίς τον αυτοπεριορισμό του.
Ιωάννης: «Εν αρχή ήν ο Λόγος..». Λόγος, έννοια της Σχέσης, του Σχετίζεσθαι. Μαθηματικά: Τις ο λόγος του Α΄ προς τον Β΄. Πριν υπάρξη μια Σχέση, δεν μπορεί να υπάρξη Συνείδηση. Συνείδηση σημαίνει σχέση δυό τουλάχιστον πραγμάτων. Αλλά ας μη μπούμε στον χώρο αυτό.
Το πρώτο λοιπόν πράγμα που υπάρχει, είναι ο Λόγος, η Συνείδηση, η Σχέση. Το Υπάρχειν, είναι απλά ένα κατηγόρημα της Συνείδησης.
Γιατί ορίζω τα πράγματα με σχέσεις; Γιατί σχέση σημαίνει τριβή, ανακάτεμα, μίξη, συσχέτιση, τήξη, νουνέχεια (νιονιό), ουσία, περιεχόμενο νοημοσύνης, αναλογία, αντιστοιχία, προσδιορισμός, ορισμός, αξία, κλάσμα, τιμή. Τέλος δε διότι: «Ουδέν είναι, άλλο τι ή η σχέσις του προς τον έτερον ή έτερα ή προς Όλον».
Και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ («..και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν..»). Ο Λόγος δηλαδή ήταν κοντά στον Θεό. Γιατί όμως δεν αναφέρει πρώτα τον Θεό ως προϋπάρχοντα;
Εδώ γίνεται το περίφημο λογικό «τρύκ» του Ιωάννη, όπως και εκείνο του SRI SHANKARACHARYA(1): «IT, THE PARENT OR FATHER, WAS THW FIRST THING TO EXIST, THOUGH IT PRE-EXISTED»… «ΑΥΤΟ, Ο Γονεύς ή πατήρ, ήταν το πρώτο πράγμα που υπήρξε, αν και προϋπήρξε».
«Και θεός ήν ο Λόγος». Εδώ ο Ιωάννης δεν εννοεί τον Θεό, αλλά θέλει να πεί ότι και ο Λόγος ήταν Θεός και αυτός, δεύτερης τάξης ίσως, που εκφράζει τον Υπερβατικό Θεό, σε εκδήλωση.
Και παρακάτω εννοεί πάλι το Λόγο, όταν ήταν σε κατάσταση ανεκδήλωτη, πριν δηλαδή από οποιαδήποτε έκπτυξη.,( «Ούτος ή εν Αρχή παρά τω Θεώ..» ).
Πρίν φτάσουμε στον Λόγο (Παγκόσμια Συνείδηση ή Πέμπτη Διάσταση), έχουμε την αυτονομία του ΕΙΝΑΙ, πριν οδηγηθή στην πρώτη έκπυξη. Στο ΕΙΝΑΙ μιλάμε για Έκτη και Έβδομη Διάσταση, δεν μπορούμε όμως να μιλάμε βούληση, αλλά για απόλυτη υποταγή στην εσωτερική αναγκαιότητα που Αυτό το Ίδιο Είναι.
Όταν φτάσουμε στην Συνείδηση, τότε έχουμε και βούληση (ή καλλίτερα Συνείδηση της Αναγκαιότητας, που την παρεξηγούμε σαν προσωπική μας εκλογή..). Στο προηγούμενο στάδιο: «Αισθητικότης», Μετασυνείδηση, Βούληση, Αναγκαιότητα και ΕΙΝΑΙ, αποτελούν Μια κραματική Ταυτότητα.
Επομένως, όλη η προσπάθεια απόδειξης του Θεού, είναι μάταιη και ανόητη. Ακόμα και του Descartes, η φράση, δεν είναι παρά μια ταυτολογία, ένας κυκλικός λογισμός, ( Circular Argument), εννοούμε την συλλογιστική που ακολουθεί το «Σκέπτομαι άρα Υπάρχω..»
Ο Λόγος λοιπόν έπεται, δεν προηγείται. Το Συνειδέναι δεν περιέχει μέσα του την αιτία της ύπαρξης του. Η αιτία αυτή είναι αναγώγιμος σε κάτι άλλο, που υπερβαίνει την Συνείδηση.
Και όμως σωστά λέει ο Ιωάννης, «Εν αρχή ήν ο Λόγος». Γιατί χωρίς Αυτόν, την Σχέση, καμιά δεν θάχαμε συνείδηση περί την ύπαρξη Οιουδήποτε. «Αιρομένου» του Λόγου, της Συνείδησης, της ΣΧΕΣΗΣ σαν λειτουργικής δομής, Τίποτα δεν Υπάρχει, ούτε αντικειμενικά. Εννοούμε Όλου του Λόγου, όχι της κάθε ατομικής συνείδησης χωριστά. (δηλ. Δεν υπάρχει καν το Υπάρχω).
Το Υπερβατικό είναι το ΟΛΟ, όχι με την χωροχρονική έννοια, αλλά το ΟΛΟ πρίν και πέρα απ’ τους χρονοχωρικούς προσδιορισμούς, και ας χρησιμοποιήσουμε και πάλι δυο τέτοιους όρους (πρίν και πέρα), ΟΛΟ απ’ το οποίο και σε βάρος της ακεραιότητας του οποίου, εξεπήγασε η ιδιότητα η ιδιότητα του «εκτείνεσθαι» και του «διαρκείν», θεμελιακά σχετιζόμενα, της ΣΧΕΣΗΣ του Λόγου.
Δεν προσδιορίζεται λοιπόν το ΟΛΟ, γιατί αυτό σημαίνει διαίρεση (ο παρατηρητής μένει πάντα απ’ έξω, αλλά και γιατί κάθε προσδιορισμός προϋποθέτει αντιδιαστολή).
Πάσα συνείδηση, Διττή. Μόλις επιχειρήσεις να ορίσεις το ΟΛΟΝ, ήδη το διαίρεσες, το επιμέρησες, έπαψε νάναι το ΟΛΟΝ.
Μωϋσής: «Εγώ ειμί ο Ων», προταθείσα άλλη μετάφραση από του εβραϊκού παρά του κυρίου Κ.Γ. κατά την διάρκεια της ομιλίας, ως: «είμαι ο Γενόμενος», που βασίζεται, ως ανέφερε, στον διαρκή ή ατελή χρόνο του είμαι, στην γλώσσα που αναφέρθηκε. Δηλαδή είμαι αυτός που Γίγνεται. Η παρατήρηση ανήκει αρχικά στον Βίλχελμ Ράϊχ.
Την μετάφραση δεν δύναμαι να ελέγξω, η άποψη πάντως παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εννοιολογικά, γιατί και για τον γράφοντα, το ΕΙΝΑΙ δεν είναι αυτό που είναι (στατικά), αλλά αυτό που αενάως γίγνεται, δηλαδή ποτέ στατικό αλλά κάτι απόλυτα (συμβολικά, σαν το Πύρ).
Ίσως μάλιστα η σημείωση να περίσσευε, μια και δεν πιστεύω ότι η έννοια θίγεται στην ελληνική απόδοση, γιατί και στην ελληνική το «είναι» είναι ταυτόχρονα και διαρκές, αν και μια αληθινή σημασία του «είναι», υπερβαίνει αυθυπόστατα κάθε Χωροχρονικότητα. Είναι μ’ αυτή την υπερβατική γεύση, που αξίζει να λογιστή η φράση του Μωϋσέα.
Φιλοθέη, 25.2.1978

Σανκαρατσάρυα: Ινδός Φιλόσοφος, του 5ου π.Χ. αιώνα. Δίδαξε σύντομα κατά μήκος των Ινδιών, διόρθωσε νόμους και Γραφές, θεωρήθηκε σαν θεϊκή ενσάρκωση του Σίββα, πρώτου προσώπου της ινδικής Τριμούρτι. Πέθανε περίπου 33 ετών, έχοντας ήδη ολοκληρώσει την αποστολή του.
Σημείωση: Αι παράγραφοι 17 έως 21 καθώς και η 31 και επίσης η αρχική δήλωση παρενεβλήθησαν αισθητά γραπτώς στις 22-7-1998, γι’ αυτό γραφή και γλώσσα διαφέρουν αισθητά απ’ την εξ άλλου ομιλία του 1978, που γράφηκε περιληπτικά.
Ευχαριστίες: Ευχαριστούμε τον Ιωάννη Γ. Μικρό για την ελληνική εποπτεία των κειμένων προς πρόληψιν τυχόν λαθών. Το ίδιο ευχαριστούμε και την Ελένη Κ. Φάσσου για την εξ ίσου άγρυπνη παρακολούθηση και συνεργασία της με σκοπό την αριστοποίηση κάθε έκδοσης.

Ειδικότερα, φιλοσοφία:
η συστηματική σκέψη, η επεξεργασία των προβλημάτων, η Συνειδητότητα, η Κρίση, η ανάγκη για περισσότερη όραση πνευματική, η συνειδητότερη ύπαρξη, η Κατανόηση, το αναλυτικότερο βάθος, η επιφορά της διαύγειας. Η ανάλωση-καύση δια της μέσου της εντατικής σκέψης, των σκιερών οντικών ορμών που αναδεύουν μέσα μας και ο μ’ αυτό τον τρόπο μετασχηματισμός τους σε συνείδηση. Το φιλοσοφείν είναι ανάγκη και για αυτό δεν μπορεί να εννοείται μόνο σαν θεατής και μέτοχος του “πραγματικού”, μα σαν ασκητής και μέτοχος της ουσίας του.
Υπόσταση-ύπαρξη είναι η σχέση του ανθρώπινου σώματος με το ΕΙΝΑΙ.
Τι είναι σώμα?
Τι νοείται σχέση?
Τι είναι το Είναι?
Πνεύμα(Λόγος) είναι η σχέση της ανθρώπινης ύπαρξης με το ΕΙΝΑΙ. Δεν είναι η σχέση της προσωπικότητας με το ΕΙΝΑΙ. Η προσωπικότητα ταυτίζεται με το σώμα, το επίκτητο, δλδ η σχέση του σώματος με τον Νου του.
ΕΙΝΑΙ προσδιορίζεται ως το ανεκδήλωτο, αδημιούργητο, αγέννητο, αδιαφόριστο ακόμα “μέρος” του Όλου Όντος.
Η σχέση της ανθρώπινης ύπαρξης με το Πνεύμα-Λόγος, είναι η αυταισθησία της, η συνείδησή της.