“Φιλοσοφία και Θρησκεία”

  1. Η Ανατολή και συγκεκριμένα η Ινδία ασκούσε πάντα μια παράξενη σε μας τους Δυτικούς· ίσως για την μυστηριακή ατμόσφαιρα της Ασίας, ίσως για τις λεπτομερείς τεχνικές και πρακτικές μεθόδους που εκεί επιζούσαν ακόμα αναλοίωτες και εδώ είχαμε σχεδόν ολότελα ξεχάσει· ίσως πάλι για την συγγένεια που νοιώθουμε με τις αξίες και αλήθειες των πνευματικών κορυφών της Ινδίας και που είχαμε γνωρίσει ήδη απ’ τους Έλληνες Προσωκρατικούς αλλά κι απ’ την παλαιότερη Ορφική Παράδοση.
  2. Μπορεί, όπως υποστηρίζει μετά από έρευνα Ινδός Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βομβάης, οι προϊστορικοί Ίωνες, οι Ρίσσις και ρήτορες θείου λόγου, οι διαβάνες (Ίωνες), να επολίτισαν τους Ινδούς κατά τους προϊστορικούς χρόνους πιθανόν κατά το 4000 π. Χ. όπου και ο δικός μας Νόνος περιγράφει την εκστρατεία του Διονύσου στην Ινδική. Εξ άλλου τόσο πλούσιες είναι ο ιαναφορές στα ιερά κείμενα των Ινδών, τις Βέδες, την Ραμαγιάνα, την Ντρόνα – Πάρβα και πολλά άλλα.!
  3. Από τότε ο Δυτικός Κόσμος δημιούργησε μια ιστορία κι έναν πολιτισμό χαρακτηριστικά δικό του. Ανέπτυξε φιλοσοφία, τέχνη, επιστήμες και πίστεψε σε θρησκείες που σφυρηλατήθηκα στη διάρκεια της ιστορίας του. Η Δύση όπως πολύ πιθανόν, παλαιότερα η Ινδία, με την Ελλάδα γεννήθηκε, ξεχώρισε απ’ την βακχεία του Ασιατικού μύθου και οδηγήθηκε σε περιοχές καθαρού Λόγου και διάφωτης διαύγειας. Εκτός λοιπόν απ’ την μαγνητική έλξη μιας τόσο αρχαίας ανάμνησης, ίσως υπάρχουν κι άλλοι λόγοι στους οποίους θα περιδιαβούμε αμέσως παρακάτω.
  4. Ωστόσο εδώ και δυο αιώνες, άρχισε να παρουσιάζεται ένα όλο κι αυξανόμενο ρεύμα στροφής προς την Ασιατική φιλοσοφία, πράγμα που γενικεύτηκε σχεδόν στο διάστημα ανάμεσα στους δυο τελευταίους πολέμους κι ακόμα περισσότερο με την λήξη του Δευτέρου.
  5. Αυτή η στροφή είτε προς την Βεδική παράδοση, είτε προς τις Βουδδιστικές σχολές της Ινδικής και Θιβετιανής Γιόγκα, είτε προς τον Βουδδισμό – Ζεν, που ήταν η τελευταία και πιο πρωτότυπη διαίρεση της Μαχαγιανιστικής Σχολής Βουδδισμού.
  6. Αυτή η τελευταία ήταν η πιο αποτελεσματική και πολύπλευρη κι αναπτύχθηκε πολύ στην Κίνα και την Ιαπωνία. Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσουμε πως στάθηκε στόχος ιδιαίτερης προτίμησης των καλλιεργημένων και απαιτητικών ανθρώπων της Δύσης.
  7. Αλλά για την Ασιατική φιλοσοφία και το Ζεν, θα μας δοθή ίσως η ευκαιρία να μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο. Τώρα ς καταπιαστούμε να ανακαλύψουμε τα αίτια αυτής της «Στροφής».
  8. Τα αίτια αυτά μας ενδιαφέρουν για να συγκρατήσουμε αυτό το ρεύμα, όχι βέβαια να το εμποδίσουμε απ’ το να ερευνήση και να πλουτίση τις γνώσεις του προσφέροντάς τες στον Δυτικό πολιτισμό, αλλά απ’ το μειωτικό για μας ενδεχόμενο της με αγανάκτηση διαφυγής τους και σαν με ύφος στασιακό απ’ την φαινομενική ανεπάρκεια της Ευρωπαϊκής πατρίδας. Γιατί βέβαια είναι διαφορετικό το να εγκαταλείπης το πνευματικό σου έδαφος για να περιέλθης σε πολλές κι απόμακρες πνευματικές περιοχές και τέλος να γυρίσης πίσω προσφέροντας την συγκομιδή σου στην πατρίδα και φυλή σου, απ’ το να σηκωθής να φύγης ρίχνονταςπίσω «μαύρη πέτρα». Τι να έλειψε τάχα απ’ την Δύση που θάπρεπε να το αναζητήση στην Ανατολή; Και πρώτα ποιες είναι οι σχέσεις της Θρησκείας με την Φιλοσοφία;
  9. Η Φιλοσοφία εκπροσωπεί την γνωσιολογική ανάγκη του ανθρώπου, την διανοητική του δραστηριότητα, την ανάγκη του να κατανοήση την προέλευση, την φύση και τους νόμους του Κόσμο μεσ’ τον οποίο γεννήθηκε και που τον περιβάλλη κι ακόμα να εισχωρήση μέσα στις δυνάμεις εκείνες που πρέπει να στάθηκαν οι «πρώτες αιτίες» και βάσεις πάνω στις οποίες πλέχτηκαν όλα τα υπόλοιπα φαινόμενα. Με μια λέξη η φιλοσοφία, αρχικά τουλάχιστον, απευθύνεται προ πάντων στην Διάνοια.
  10. Απ’ την άλλη πλευρά, η Θρησκεία έχει να κάνη με τις αισθαντικές ανάγκες και λειτουργίες του ανθρώπου. Τρέφει τα αισθήματά του, την καρδιά του και τις διαισθήσεις του και πάνω απ’ όλα καλλιεργεί την αρετή. Με την σειρά της κι η θρησκεία ενδιαφέρθηκε πάντα για το Νόημα της Ζωής, που εντοπίζεται στο να γνωρίση κανείς το «Πραγματικό» στο σύνολό του και να εναρμονιστή μ’ Αυτό.
  11. Αυτό το «Πραγματικό» μπορεί κανείς να το λέη: Αλήθεια ή Θεό ή Ουσία της Ζωής ή Νόμο κι ακόμα: Απόλυτο ή Αγάπη ή απλά Πραγματικότητα, κάτι που δεν είναι πρόσκαιρο ή παθαίνει μεταβολές, αλλά που μένει σταθερό, αναλοίωτο και αποτελεί τον Γενικό Κανόνα ή την Βάση για κάθε μεταβολή.
  12. Τόσο η Φιλοσοφία όσο κι η Θρησκεία, σαν δυό παραλλαγμένες μορφές εκδήλωσης του ανθρώπινου πνεύματος, ασχολούνται εξ ίσου με το Νόημα της Ζωής. Μόνο η κάθε μια το πλησιάζει και επεξεργάζεται με διαφορετικό τρόπο. Η φιλοσοφία προχωρεί με την Λογική ανάλυση όλων των εννοιών που προκύπτουν είτε απ’ τον αντικειμενικό, είτε απ’ τον υποκειμενικό κόσμο μας.
  13. Η Θρησκεία αντίθετα πλησιάζει πολύ λιγώτερο με την ανάλυση και περισσότερο με την Διαίσθηση, τη σύνθεση των αντιφάσεων και τον οραματιστικό στοχασμό. Η Διαίσθηση κρύβει βέβαια κι αυτή την λογική της μόνο που λειτουργεί και εμφανίζεται με μια εντελώς διαφορετική νομοτέλεια.
  14. Αλλά η πιο ουσιώδης διαφορά των δυο αυτών περιοχών του πνεύματος, θεωρουμένων πριν συντεθούν μεταξύ τους, δηλαδή σαν στερούμενες η μια των προτερημάτων της άλλης, είναι ότι: Η μεν Φιλοσοφία ασχολείται προ πάντων με την ακριβή διερεύνηση του «Πραγματικού», ενώ η Θρησκεία σχεδόν αποκλειστικά με την εφαρμογή του στον Άνθρωπο και την μεταμόρφωσή του σε ζωντανή αρετή μέσα μας.
  15. Γι’ αυτό και οι Θρησκείες στηρίζονται συνήθως σε μια αποκάλυψη (Κοσμοφιλοσοφία) που ήδη προηγήθηκε απ’ την εξάπλωσή της, αρκεί αυτή η αποκάλυψη να μην ήταν απλά μια Γνώση, αλλά προ πάντων μια προβολή ηθικών αξιών.
  16. Έτσι μπορούμε ίσως να πούμε ότι η μια εκδήλωση είναι προ πάντων θεωρητική ή γνωσιολογική, ενώ η άλλη, η θρησκευτική, είναι κατά κανόνα πραχτική και ηθική εκδήλωση.
  17. Τώρα είναι ολοφάνερο πως όταν η Θρησκεία στερείται φιλοσοφικού πνεύματος καταντά σκοτεινή εμπαθής και προληπτική και το χειρότερο φανατική. Έτσι γίνεται ανίκανη να εξηλεκτρίση τις ανώτερες πτυχές του ανθρώπινου πνεύματος.
  18. Αντίστροφα η φιλοσοφία που υστερεί σε θρησκευτική και ηθική ανάταση, αποβαίνει στείρα, άγονη, αφηρημένη, ξερή και σκέτα ορθολογιστική έτσι που μένει άδεια από ζωή, έμπνευση και πνευματικό πάθος, σε σημείο να είναι σχεδόν άχρηστη.
  19. Αυτές οι δυο τάσεις, η φιλοσοφική και η θρησκευτική ή αλλοιώς ψυχολογική – γιατί η Θρησκεία είναι ίσως ο μεγάλος πρόγονος της σημερινής ψυχολογίας. Όταν σιγά – σιγά η ψυχολογία πλατύνη τόσο σε γνώσεις όσο και σε ποιότητα θα γίνη το δεξί χέρι της Θρησκείας – οι δυό τους πρέπει να είναι πάντα αχώριστο ζευγάρι και η μια να συμπληρώνη την άλλη.
  20. Η Δύση αντιμετώπισε και τις δυό αυτές καταστάσεις. Η μεν φιλοσοφία της έφθασε σε μεγάλα ύψη γνώσης και σαφήνειας αλλά μέχρι τώρα απέτυχε να δη την Ζωή και τον άνθρωπο σαν σύνολο. Δεν μπόρεσε να ερευνήση και να θεσπίση ποικιλία μεθόδων, συστημάτων και πραχτικών προτροπών ανάπτυξης. Το ίδιο και στον ελεύθερο στοχασμό. Πρό πάντων όμως στην αναγκαιότητα της αυτογνώσης, με την οποία και μόνο είναι δυνατή η εφαρμογή όλων αυτών των ωραίων ιδεών στην πράξη, ώστε να γίνουν από θεωρία, βίωμα. Η σκέψη του φαγητού δεν μας χορταίνει, άλλο τόσο κι η σκέψη της αγάπης δεν είναι αγάπη, ούτε και γεμίζει το στήθος μας με την ευαισθησία της.
  21. Ώστε η σύγχρονη φιλοσοφία υστέρησε σε γνήσιο ψυχολογικό περιεχόμενο κι αναπτύχθηκε ίσως παράλληλα αλλά όχι συντονισμένα με τις ψυχολογικές αγωνίες των ανθρώπων.
  22. Την δεύτερη απ’ τις δυό καταστάσεις που αναφέραμε, (Φιλοσοφία και Θρησκεία) την βλέπουμε με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Χριστιανισμός, εξ αιτίας των Χριστιανών που αποτέλεσαν τον φορέα εκείνης της χωρίς άλλο, εξαίσιας ποιότητας που βρίσκεται στην καρδιά του Χριστιανισμού.
  23. Αν η Θρησκεία ήταν κάπως διαφορετική πολλοί τώρα θα ήσαν ιερείς κι όχι φιλόσοφοι, γιατί δεν θάταν ανάγκη να απαρνηθούν κάθε γνωστή διανοητική ζωή αλλά θα μπορούσαν ελεύθερα να σκέφτονται και να εκφράζονται μέσα στις πολυάριθμες και φιλελεύθερες σχολές της.
  24. Το ότι ο Χριστιανισμός επικαλέστηκε το θείο της αποκάλυψης αντί το ανθρώπινο, είχε σαν συνέπεια κάθε ελεύθερη ερμηνεία, έρευνα ή συζήτηση πάνω στο περιεχόμενο της Διδασκαλίας να παίρνη το χαρακτήρα της αίρεσης.
  25. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Χριστός ήταν ένας Άνθρωπος που υψώθηκε ως τη Θεότητα, δηλαδή μια ολοκληρωμένη ύπαρξη, όμως το νόημα αλλάζει πολύ αν πούμε ότι ήταν ένας Θεός που «χαμήλωσε» στο ύψος του ανθρώπου. Γιατί ποια αξία θα μπορούσε νάχη η Διδασκαλία ενός Θεού για τον αδύναμο και ατελή άνθρωπο: «Δεν είμαστε θεοί κι ούτε μπορούμε να γίνουμε, συγχώρα μας», θα απαντούσε ο άνθρωπος. Αν πάλι μπορούμε και σ’ αυτό θέλησε να μας προτρέψη (εστέ ούν τέλιοι ώσπερ ο πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς), τότε με την έμφαση στη Θεία του προέλευση, μήπως αδυνατίζει η αξία του παραδείγματός του;
  26. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Χριστός και το παράδειγμά του, παίρνει ακόμη περισσότερη αξία για μας αν ήταν άνθρωπος που εξελικτικά πέτυχε να υψωθή ως την ποιότητα του Θείου παρά αν ήταν Θεός που πήρε την μορφή του ανθρώπου.
  27. Ο Χριστός καλούσε τον εαυτό του υιό του ανθρώπου, όσο για τον «Πατέρα» του, Αυτός ήταν πατέρας όλων των ανθρώπων κι όχι μόνο δικός του. Είναι φανερό πως όχι μόνο δίδασκε και τόνιζε πως ο «Θεός εντός υμών εστί» κι ότι ο άνθρωπος είχε συνεπώς την έμφυτη δυνατότητα να τον πλησιάση στην αρετή και την σοφία και να ενωθή μαζί του(…εν εσμέν), αλλά και έδειχνε την μέθοδο, τον δρόμο που αυτή η ανάπτυξη θα έπαιρνε σάρκα και οστά.
  28. Η κατώτερη ή προπαρασκευαστική πλευρά της μεθόδου του ήταν η νηστεία και η μόνωση που έφερναν μια σωματική και ψυχική κάθαρση και η ανώτερη ήταν η επιτακτική προτροπή του για εγρήγορση, προσευχή και αγάπη. Αλλά τι συνεπάγονται αυτά τα τελευταία;
  29. Η εγρήγορση, το να βλέπη δηλαδή κανείς ξεκάθαρα, νηφάλια και να παρατηρεί με ειλικρίνεια, είναι ευνόητη, όσο για την προσευχή, οπωσδήποτε δεν είναι παρακάλια προς τον Θεό, μας βεβαιώνει, βρίσκεται μέσα μας, ώστε η προσευχή δεν μπορεί παρά να σημαίνη στοχασμό και αυτογνωσία κάτω απ’ το φως της αλήθειας (ειλικρίνειας).
  30. Η όλη φράση «εγρηγορείτε και προσεύχεσθε…», μάλιστα συνοδευόμενη από μια πίεση χρόνου, δεν σημαίνει παρά χωρίς χασομέρια να στρωθούμε στο να παρατηρούμε με οξύτητα και ειλικρίνεια τα όσα συμβαίνουν έξω και μέσα μας και να τα στοχαζόμαστε, ώστε να αποκαλύπτονται προοδευτικά τα βάθη που κρύβονται μέσα μας. Με δυό λόγια οφείλουμε να στενέψουμε την τεράστια απόσταση που χωρίζη την επιφάνεια της συνείδησης από τα αχανή βάθη του ασυνείδητου κόσμου μας. Δηλαδή να γίνουμε εξ ολοκλήρου συνειδητοί.
  31. Έτσι, μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει ευαγγέλιο, δηλαδή «χαρμόσυνη είδηση». Ο Χριστός, όπως και οι Σοφοί και προφήτες, σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, μας έφερε την βέβαιη ελπίδα ότι μπορούμε αν θελήσουμε να ελευθερωθούμε απ’ την άγνοια και την δυστυχία που μας καταδυναστεύη και τόνισε και τον δρόμο που ήταν ο πιο ενδεδειγμένος.
  32. Έπειτα έρχεται η αγάπη που δεν έχουμε τον χώρο να συζητήσουμε εδώ με πλάτος, αλλά μπορούμε να βγάλουμε ένα βέβαιο συμπέρασμα: Ότι αυτή η αγάπη υπάρχη μόνο όταν χάσουμε κάθε ίχνος χωριστής ατομικής ύπαρξης, δηλαδή όταν κατανοήσουμε κι έτσι διαλύσουμε τον εγωϊσμό μας. Ο εαυτός είναι ανίκανος να αγαπήση, είναι για να νοιώση ο ίδιος την ευχαρίστηση ή ηδονή της αγάπης. Δηλαδή ο εαυτός μας είναι πάντα ιδιοτελής. Ό,τι κι αν κάνη είναι γιατί και ο ίδιος ωφελείται.
  33. Όσο για το απλουστευμένο υπόδειγμα της Κυριακής προσευχής, δεν είναι παρά έκφραση αυτοκριτικής και αυτογνωσίας έμμεσα, ενώ συγχρόνως προτείνει να μη ζητάμε παρά μόνο τα αναγκαία απ’ την Ζωή και να αντικαταστήσουμε τις «πονηρές» διαθέσεις μας, με ευθύτητα στην σκέψη και στην πράξη.
  34. Είναι ίσως ανάγκη, για να πλησιάση κανείς την απρόσβλητη ουσία του Χριστιανισμού να πρέπει να περάση απ’ την μελέτη και πολλών άλλων θρησκειών και φιλοσοφιών για να μπορέση πραχτικά να καταλάβη την Θρησκεία μας και να την εφαρμόση.
  35. Περίφημο είναι το ότι θάπρεπε να ζούμε σαν τα πετεινά του ουρανού, ή το να ζητάμε πρώτα την αλήθεια και το θέλημά της, τα δε άλλα είναι δευτερεύοντα και θα μας προστεθούν. Ακόμα το ιερώτερο όλης της διδασκαλίας ότι «…ώσπερ παιδία γαρ εστίν η βασιλεία των ουρανών», που εξ άλλου δείχνει με σαφήνεια ότι η ευαισθησία μας πρέπει να φθάση σε μια τέλεια αθωότητα και αγνότητα, για να υπάρξη αγάπη και ευτυχία…ακόμα τόσα άλλα όπως η συνομιλία με τον Νικόδημο, απ’ την οποία προκύπτει φανερά σχεδόν, ότι ο άνθρωπος πρέπει να μεταμορφωθή (…γεννηθή εκ νέου), ψυχικά (…εξ ύδατος) και πνευματικά (και πνεύματος αγίου…).
  36. Η Διδασκαλία του Χριστού βάζει ξεκάθαρα μια θεϊκή ποιότητα σαν στόχο κι αμέσως προτρέπει, (υποδεικνύοντας μέθοδο) στην πραγματοποίησή της. Αλλά αυτές οι τόσο χρήσιμες και με μεταμορφωτική δύναμη συμβουλές Του, δεν τονίστηκαν και δεν αναπτύχθηκαν αξιόλογα.
  37. Έπειτα πάλι η φράση «…αλλ’ ο υιός του ανθρώπου ουκ έχει που την κεφαλή κλίναι) ερμηνεύεται μόνο συναισθηματικά, δηλαδή την μοναχική πίκρα ενός ανθρώπου που δεν γίνεται κατανοητός απ’ τους αδελφούς του. Ουσιαστικά όμως, περιέχει κάτι πολύ βαθύτερο και δείχνει την στάση που θάπρεπε νάχη κάθε πραγματικός υιός του ανθρώπου, δηλαδή να στηρίζη τα πάντα, ενώ ο ίδιος να μη στηρίζεται πουθενά.
  38. Άλλοτε πάλι ο Χριστός μας δίνει κουράγιο: «θαρσείτε ότι εγώ νενίκηκα τον κόσμο…», «καν εγώ υψωθώ·έλξω και υμάς προς εμέ», «κα εγώ εποίησα, σεις μείζονα θέλετε ποιήση». Αυτά υπογραμμίζουν το ανθρώπινο του παραδείγματός Του. Ο άνθρωπος περιέχει λοιπόν δυνάμει το θείο, αλλά για να πλησιάση το θείο στον άνθρωπο, πρέπει και ο άνθρωπος να το ζητήση μ’ όλη του την δύναμη. Είναι πάντως βέβαιο πως θ’ ανταποκριθή ανάλογα…Και τα σχετικά «αιτείτε και θέλει σας δοθή», ή «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν», αυτό εννούν.
  39. Την έννοια λοιπόν της συστηματικής μεθόδου πνευματικής ανάπτυξης όλων των ανθρώπων, πρέπει η Θρησκεία γενικά να της δίνη την πρωτεύουσα σημασία.
  40. Επίσης να διατηρή και αληθινή στάση αγάπης, δηλαδή την ελαστικότητα εκείνη που λοιώνη μέσα της όλες τις αντιφάσεις και μάλιστα να τις υποβοηθή φιλοσοφικά, γιατί οι αντιθέσεις οδηγούν, όσο εντονώτερες είναι, σε αναπόφευκτη σύνθεση, μάλιστα πολύ περισσότερο από μια σκέτη επιβολή θέσης. Αυτή η Σύνθεση πρέπει να είναι εξ άλλου ο ποθητός στόχος της Θρησκείας, γιατί μ’ αυτήν καλλιεργείται και γεννιέται η αγάπη.
  41. Η Θρησκεία μερικές φορές, έμμεσα ή άμεσα, απέκρουσε φωτεινούς ανθρώπους και αποξενώθηκε απ’ τον πνευματικά ανήσυχο κόσμο, είτε αυτοί ήσαν Στωϊκοί, Γνωστικοί, ή Νεοπλατωνικοί ή πολλοί κατοπινοί. Κι έτσι έχασε την ευκαιρία μιας διανοητικής ή Διαισθητικής κουλτούρας γύρω απ’ την ατμόσφαιρά της, πράγμα που είναι τόσο απαραίτητο για την σταθερή λάμψη κάθε πολιτισμού.
  42. Αυτή η απώλεια υπήρξε πολύ μεγαλύτερη απ’ την πλευρά της Διανόησης παρά της Διαίσθησης, δηλαδή των ταλέντων της Τέχνης, της Μουσικής ή της Λογοτεχνίας.
  43. Ίσως μάλιστα να πέσαμε στο εξής λάθος: ότι ενώ ο Χριστιανισμός γεννήθηκε σ’ έναν λαό κατ’ εξοχήν ευλαβικό, θρησκευτικό και μυστικιστικό, τους Ιουδαίους, αργότερα παραγνωρίσαμε την ψυχολογική ιδιοσυγκρασία του Ευρωπαίου και γενικώτερα του Δυτικού ανθρώπου, που ενώ διόλου δεν στερείται ευαισθησίας, δεν έπαψε ποτέ να είναι πάστα διανοητική κατά κανόνα και θετική. Ο Χριστιανισμός απλώθηκε πέρα απ’ την Ιουδαία χωρίς όμως και να μεταμορφώση αρκετά ή να πλουτίση το «στυλ» του, τη «φόρμα» του, ώστε να έρχεται σε αρμονία με τις ανάγκες καινούργιων λαών με διαφορετική ψυχολογία και έτσι να ανταποκρίνεται στο όλο της ψυχής τους κι όχι μόνο σε μέρος της.
  44. Το ότι ο Ευρωπαίος ή Δυτικός άνθρωπος είναι διανοητική και θετική ιδιοσυγκρασία, φαίνεται ξεκάθα τόσο στην φιλοσοφία που ανέπτυξε όσο και στην επιστήμη του. Αυτή η φιλοσοφική και αναλυτική διαμόρφωση του Ευρωπαίου, είναι που στην προσπάθειά του να θρέψη ή να πλουτίση και την ψυχή του, τον σπρώχνει προς τα ασιατικά, φιλοσοφικά ή θρησκευτικά συστήματα. Επειδή σ’ αυτά βρίσκεται ανεπτυγμένο περισσότερο υλικό, σε μέθοδο, σύστημα και πρακτικότητα, κατάλληλο για να το χωνέψη η διάνοια του και η ψυχοσύνθεσή του γενικώτερα.
  45. Όμως ο Χριστιανισμός δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει αυτές τις θρησκείες και διδασκαλίες, που κατά τα άλλα μπορεί να προσφέρουν πολύ αξιόλογα στοιχεία, σαν αντικείμενα μελέτης σ’ έναν ερευνητή, αλλά είναι απόμακρες και σχεδόν δυσκολοπλησίαστες σε σύγκριση με τον Χριστιανισμό. Ο τελευταίος έχει συνδεθή με τις συνήθειες του Δυτικού ανθρώπου, και σε τελευταία ανάλυση, ό,τι χρειάζεται μετά την κουραστική και αποξηραντική διανοητική του σταδιοδρομία στην ιστορία, είναι ακριβώς η ανακούφιση, η δροσιά και η ισορροπία της αγάπης του Χριστιανισμού.
  46. Τόσο η φιλοσοφία όσο κι η θρησκεία πρέπει ένα πράγμα να χωνέψουν καλά. Η μεταξύ τους εξοντωτική πάλη είναι μάταιη. Δεν είναι η μια ανώτερη της άλλης, αλλά οι δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Όσο πραγματική είναι η ρίζα της μιας, άλλο τόσο είναι και της άλλης. Η πραγματικότητα της προέλευσης και των δυο, αν δειχθή με επάρκεια, θα συντελούσε δίχως άλλο στην κατάπαυση του μεταξύ τους «πυρός».
  47. Οι δυό αυτές τάσεις δεν είναι επιφαινόμενα, ούτε προκύπτουν τυχαία από επίκτητες διαμορφώσεις, αλλά έχουν έμφυτες στον άνθρωπο ρίζες και συγκεκριμένα σε δύο διαφορετικούς τομείς του οργανισμού του. Μιλάμε για την διαφορά εκδήλωσης, όχι για την τάση καθαυτή, γιατί κι οι δυό χαρακτηρίζονται σαν τάσεις μεταφυσικές.
  48. Η διαφορά τους στο σύστημα και την νοοτροπία έχει οργανική προέλευση π.χ. η φιλοσοφία λειτουργεί κυρίως με την επικράτηση των εξής οργάνων: εγκέφαλος, νευρικό σύστημα, μυώνες (οι βουλητικοί), θέληση, διάνοια. Φυσικά γίνεται και πλήρης χρήση των άλλων οργάνων και ιδιοτήτων, μόνο ότι τα πρώτα φαίνονται να έχουν την βασική επικράτηση. Η Θρησκεία και οι μυστικιστικές λειτουργίες γενικώτερα, στηρίζονται πρό πάντων στ: κυκλοφοριακό, συμπαθητικό, αδένες, καρδιά, αίσθημα, διαίσθηση κλπ.
  49. Η πρώτη κατηγορία κινείται πρό πάντων συγκεκριμένα και με την βούληση. Η δεύτερη κατηγορία περισσότερο αφηρημένα και αυθόρμητα ή αυτόματα. Δηλαδή επιθυμούμε κάτι ζωηρά και αφίνουμε την πραγματοποίηση σε μια αυθόρμητη σειρά εμπνεύσεων που ακολουθή αντί να εκβιάσουμε την λύση, όπως γίνεται περισσότερο με την πρώτη κατηγορία. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη ανάμιξη, αλλά το «στυλ» καθορίζεται έστω και από ένα 51% επικράτησης.
  50. Έτσι Φιλοσοφία και Θρησκεία ανταποκρίνονται άμεσα σε πραγματικές, έμφυτες ανάγκες λειτουργίας του οργανισμού μας. Αποσαφηνίζω ότι οργανικές είναι οι τεχνικές, όχι και η ίδια η μεταφυσική τάση, που οφείλεται αλλού και που επιφυλασόμαστε να την συζητήσουμε σε άλλη ευκαιρία.
  51. Αν λοιπόν ο Χριστιανισμός δεν αποκτήση επί πλέον και διανοητική ποιότητα και παράδοση, δεν μπορεί να περιμένη μελλοντική ανταπόκριση απ’ την ραγδαία εξελισσόμενη Ευρωπη και φυσικά δεν έχει άλλη πατρίδα μια κι η πρώτη (Ιουδαία) αποκλείστηκε, διατηρώντας την δική της θρησκεία.
  52. Βέβαια διανόηση πρόσφερε ο Απ. Παύλος ο Ταρσεύς, αλλά μια και δυό σπουδές δεν αρκούν για να δημιουργήσουν την απαιτούμενη κουλτούρα. Χρειάζονται δεκάδες τέτοιες.
  53. Το να ελκύση η Θρησκεία, τις μη σκεπτόμενες μάζες, και να απωθήση τις εκλεκτές και σοβαρές μερίδες, θα είναι μια απαράδεχτη για τον Χριστιανισμό παράλειψη, θα είναι ίσως ένα λάθος.
  54. Ό,τι απομένει λοιπόν στην Εκκλησία μας για να συγκρατήση αυτή την πιθανή διαρροή, είναι να δόση περισσότερη έμφαση στο σύστημα και την μέθοδο πνευματικής ανάπτυξης της Χριστιανικής διδασκαλίας. Να την αναπτύξη με την μέγιστη δυνατή ποικιλία, κι ακόμα να αγκαλιάση τους πνευματικούς ανθρώπους με ένα πνεύμα φιλελευθερισμού, έτσι που να πλησιάση την μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων.

Υ.Γ.55. Μετά από 30 χρόνια της γραφής αυτού του κειμένου, αφίσταμαι ελαφρά από κάποιες απόψεις σ’ αυτό·το δημοσιεύω ωστόσο ως είχε εκτός από κάποιες αλλαγές στις 3 πρώτες παραγράφους. Για παράδειγμα σήμερα πιστεύω πως η «Φιλοσοφία» είναι η πηγή και το λίκνο όλων των θρησκειών στα αρχικά – ιδρυτικά τουλάχιστον στάδιά τους. Η ίδια είναι ένας απ’ τους καλλίτερους πνευματικούς δρόμους για όλους τους ανθρώπους μια και προσφέρει θετική και σαφή χωρίς συγχίσεις εξέλιξη, διατηρώντας παράλληλα ατόφια την ελευθερία και την Δημοκρατία. Είναι όμως ο μοναδικά καλλίτερος πνευματικός δρόμος για τους Έλληνες απανταχού του κόσμου, περιλαμβάνοντας και τους της ημετέρας παιδείας ξένους.

Σημ. Βλέπε και την αρχική Δήλωση στην έκδοση του περιοδικού «ΑΕΡΟΠΟΣ» Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 98, τεύχος 21, εισαγωγικά στο Δοκίμιό μου περί του Θεολογικού Ζητήματος, για τις θέσεις μου αυτές.
Αθήνα 1969