Vae Cictis (Poem)

Πρόβαλλες μέσα απ’ τα ρόδα του Μάη
Γλυκειά σαν αμαρτία κι’ είχες το ανέμελο βλέμμα,
Σφραγίδα για κάθε της Αφροδίτης κόρη.,
Χαιρέτησες με ζέση, μειδίασες… κι’ ανάβλυσε
Μέλι και φως στις άκρες των χειλιών!..
Έπειτα κάθισες αμέριμνα…

Πως ως αμέτρητα, αδιόρατα χάλκινα σύρματα
Σαγήνης, που ολούθε γύρω σου σκορπίζαν
Για κάθε θύμα ανύποπτο, αφύλακτο
Που τύχαινε στο θώρι σου αντάμα,
Κ’άν δεν το υποψιαζόσουν..!
Μήτε και κείνο τον κίνδυνο που διέτρεχε…

Άνοιξη θάταν ή την έφερνες μαζί σου…
Ποιος πρωτύτερα νοιαζόταν!..
Βέβαιη όσο ποτέ η ομορφιά,
Κι’ όλας ενθρονισμένη στην καρδιά σου
Διαφέντευε τιμάρια και ψυχές
Κι’ όλα που της ανήκαν
Που εδικά της ήταν, δοσμένα απ’ αρχής..

Τι που δεν τόξερες.., που δίχως σκέψη,
Μόλις λεπτά πιο πρίν, καμάρωνες τη λευτεριά σου!

Πώς να μην είσαι ανέμελη εσύ,
Κάλλος ανείπωτο, πρωταρχικό!..
Η μέριμνα ασήκωτη ως όρος
Βάραινε κι’ όλας, όσον ηδύ…,
Στους ώμους των ηττημένων..
Κι’ ας έλεγες στον εαυτό σου μυστικά:
‘’Θάμαι για πάντα ο νικητής.!’’

Τι γνωριμίες κάποιες φορές !..

****

Γιώργος Δραγώνας
Φιλοθέη, 15.05.1999